Στη δημόσια συζήτηση εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τον επιχειρηματία ως αυτόν που βρίσκεται, σχεδόν αυτονόητα, στην οικονομική κορυφή της κοινωνίας.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική.
Μετά από τις πολλαπλές κρίσεις, με την εξάπλωση των ηλεκτρονικών αγορών και του διαδικτύου, με την τεχνητή νοημοσύνη, με τη συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε μεγάλους ομίλους, η μεγάλη πλειοψηφία των μικρών επιχειρηματιών, των αυτοαπασχολούμενων και των ελεύθερων επαγγελματιών δεν ανήκει στους οικονομικά ισχυρούς. Αντίθετα, για πολλούς από αυτούς το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, μετά τους φόρους, τις ασφαλιστικές εισφορές, τα λειτουργικά έξοδα και τις επενδύσεις που απαιτεί η επιχείρησή τους, είναι χαμηλότερο ακόμη και από τον μέσο μισθό ενός μισθωτού.
Η συζήτηση για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα πρέπει να αλλάξει. Και να ενταθεί και να αλλάξει.
Η μικρή επιχείρηση δεν είναι ένα προνόμιο που χρειάζεται διαρκή προστασία αλλά ούτε και ένα ξεπερασμένο μοντέλο που πρέπει να εξαφανιστεί προς όφελος μεγαλύτερων σχημάτων.
Απέναντι στις επιλογές που έχει κάνει η σημερινή κυβέρνηση να αφήσει στην τύχη της την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, το κυρίαρχο μέλημα μιας σύγχρονης προοδευτικής πολιτικής πρέπει να είναι πώς θα δημιουργήσουμε μικρές επιχειρήσεις πιο παραγωγικές, πιο καινοτόμες, πιο συνεργατικές και οικονομικά ισχυρότερες, ώστε ο άνθρωπος που επιχειρεί να μπορεί επιτέλους να αμείβεται αξιοπρεπώς από τη δουλειά του και ταυτόχρονα να προσφέρει καλές θέσεις εργασίας.
Για να μπορέσει να σταθεί στον σημερινό ανταγωνισμό χρειάζεται χρηματοδότηση, τεχνολογία, εξειδικευμένο προσωπικό και πρόσβαση στις αγορές.
Η χρηματοδότηση δεν μπορεί να παραμένει προνόμιο των ήδη ισχυρών.
Το πρώτο και μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η πρόσβαση στο κεφάλαιο. Η μικρή επιχείρηση δεν μπορεί να επενδύσει όταν η χρηματοδότηση εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από εμπράγματες εξασφαλίσεις, ακίνητη περιουσία και τραπεζικά κριτήρια τα οποία ευνοούν τις μεγαλύτερες και ήδη ισχυρές επιχειρήσεις.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι αναπτυξιακές και περιφερειακές τράπεζες που έχουν αναπτυχθεί με ρητή αποστολή τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της τοπικής οικονομίας μπορούν να αποτελέσουν επιλογή διεξόδου. Αυτά τα ιδρύματα συνδυάζουν την οικονομική βιωσιμότητα με μια περιφερειακή αναπτυξιακή αποστολή, παρέχουν εγγυήσεις, μικρότερα επενδυτικά δάνεια και αξιολόγηση που λαμβάνει υπόψη το επιχειρηματικό σχέδιο και όχι μόνο την περιουσία του επιχειρηματία.
Τα ευρωπαϊκά και δημόσια κεφάλαια δεν πρέπει απλώς να περνούν μέσα από τις εμπορικές τράπεζες, οι οποίες τελικά επιλέγουν με τα δικά τους κριτήρια τους δικαιούχους κι εγκλωβίζουν κάθε επιχειρηματική προσπάθεια.
Επιπλέον, μια σύγχρονη πολιτεία και οι πολίτες οφείλουν να γνωρίζουν ποιοι χρηματοδοτούνται, σε ποιες περιοχές, για ποιες επενδύσεις και με ποια αποτελέσματα. Η έλλειψη διαφάνειας στην κατανομή δημόσια υποστηριζόμενης χρηματοδότησης μπορεί να αφήνει τις πραγματικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις εκτός των προγραμμάτων που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκαν για αυτές. Και αυτό το είδαμε να συμβαίνει κατά κόρον με την κυβέρνηση της ΝΔ.
Ψηφιακή αναβάθμιση και υποστήριξη
Το δεύτερο ζήτημα είναι η τεχνολογία.
Η ψηφιακή μετάβαση δεν μπορεί να σημαίνει μόνο περισσότερες ηλεκτρονικές υποχρεώσεις απέναντι στο κράτος. Δεν είναι ψηφιακή αναβάθμιση η αντικατάσταση ενός εντύπου από μία ακόμη ηλεκτρονική πλατφόρμα. Ψηφιακή αναβάθμιση σημαίνει καλύτερη οργάνωση της παραγωγής, ηλεκτρονικές πωλήσεις, διαχείριση αποθεμάτων, εξοικονόμηση ενέργειας, πρόσβαση σε νέες αγορές, προστασία δεδομένων και αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αυξήσει σημαντικά την παραγωγικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά η υιοθέτησή της εμποδίζεται από το κόστος, την έλλειψη τεχνογνωσίας και την αβεβαιότητα γύρω από τους κανόνες.
Χρειάζονται πολιτικές πολιτικές ώστε οι νέες τεχνολογίες και οι ρυθμίσεις να μην καταλήγουν αποκλειστικό προνόμιο των μεγάλων εταιρειών αλλά να συμπεριλαμβάνουν κατά προτεραιότητα τη μικρή επιχείρηση.
Ενώ την ίδια στιγμή μπορεί να υπάρξει ένας συνδυασμός λειτουργιών και πολιτικών: φορολογική έκπτωση για επενδύσεις σε λογισμικό, αυτοματισμούς, κυβερνοασφάλεια και τεχνητή νοημοσύνη, δωρεάν αρχική ψηφιακή διάγνωση, πιστοποιημένοι τεχνικοί σύμβουλοι, κοινές ψηφιακές υπηρεσίες μέσω επιμελητηρίων και επαγγελματικών φορέων, απλοποιημένα επενδυτικά προγράμματα χωρίς δυσανάλογο διοικητικό κόστος.
Συνεργασία κι όχι αναγκαστικές συγχωνεύσεις
Μια μικρή επιχείρηση δύσκολα μπορεί μόνη της να αποκτήσει εξαγωγικό τμήμα, να καλύψει το κόστος πιστοποιήσεων, να οργανώσει δίκτυο πωλήσεων εξωτερικού ή να επενδύσει σε ακριβό εξοπλισμό. Ταυτόχρονα, βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλότερο αναλογικά κόστος συμμόρφωσης, πιστοποίησης, μεταφορών και πληροφόρησης.
Η απάντηση δεν είναι να υποχρεωθεί να παραδώσει την ιδιοκτησία και την ανεξαρτησία της σε μια μεγαλύτερη εταιρεία ούτε να προωθούνται οι αναγκαστικές συγχωνεύσεις.
Η απάντηση είναι τα συνεργατικά σχήματα. Κοινές υπηρεσίες εξαγωγών, ομάδες παραγωγών, συνεργατικά δίκτυα, τοπικά clusters, κοινή χρήση εξοπλισμού και εργαστηρίων, συνέργειες ανάμεσα σε μικρές επιχειρήσεις, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.
Η πολιτεία οφείλει να χρηματοδοτεί όχι μόνο μεμονωμένες επιχειρήσεις αλλά και σταθερές συνεργασίες μεταξύ τους. Η επιδότηση δεν πρέπει να τελειώνει με την αγορά ενός μηχανήματος. Πρέπει να οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας, σε νέα προϊόντα, σε εξαγωγές και σε καλύτερες θέσεις εργασίας.
Περιφερειακή ανάπτυξη και οικονομία
Δεν μπορεί η ίδια πολιτική να εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στην Ημαθία ή σε ένα νησί. Οι παραγωγικές δυνατότητες, οι υποδομές, οι δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού και οι ανάγκες κάθε περιοχής είναι διαφορετικές.
Η διεθνής προοδευτική συζήτηση μετατοπίζεται όλο και περισσότερο προς την ανάπτυξη που σχεδιάζεται με βάση τον τόπο. Οι τοπικές και περιφερειακές αρχές δεν πρέπει να περιορίζονται στη διαχείριση μικρών επιδοτήσεων αλλά να διαθέτουν αρμοδιότητες και πόρους για την κατάρτιση, τις υποδομές, τη στήριξη των επιχειρήσεων και τη δημιουργία τοπικών επενδυτικών σχεδίων.
Στους αγροτικούς νομούς, για παράδειγμα, αυτό σημαίνει μια ολοκληρωμένη στρατηγική που θα συνδέει την πρωτογενή παραγωγή με τη μεταποίηση, την ενέργεια, τα logistics, τις εξαγωγές και την έρευνα. Δεν αρκεί να επιδοτείται ξεχωριστά ένας παραγωγός, μια ψυκτική εγκατάσταση ή μια μεταποιητική μονάδα. Πρέπει να οργανωθεί ολόκληρη η αλυσίδα παραγωγής, ώστε μεγαλύτερο μέρος της αξίας του προϊόντος να παραμένει στον τόπο όπου αυτό παράγεται.
Οι δημόσιες προμήθειες ως εργαλείο ανάπτυξης
Το κράτος, οι δήμοι, οι περιφέρειες, τα νοσοκομεία και οι μεγάλοι δημόσιοι οργανισμοί αγοράζουν κάθε χρόνο αγαθά και υπηρεσίες μεγάλης αξίας. Οι προμήθειες αυτές μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλείο ανάπτυξης της τοπικής και μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Συχνά, όμως, οι διαγωνισμοί οργανώνονται σε τόσο μεγάλα και σύνθετα πακέτα ώστε μια μικρή επιχείρηση να μην μπορεί καν να συμμετάσχει.
Η κατάτμηση των συμβάσεων σε μικρότερα λειτουργικά τμήματα, η απλούστευση των δικαιολογητικών, η έγκαιρη πληρωμή και η τεχνική υποστήριξη των μικρών προμηθευτών μπορούν να ανοίξουν τις δημόσιες αγορές σε περισσότερες επιχειρήσεις. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι υπερβολικά μεγάλες συμβάσεις αποκλείουν στην πράξη τις μικρές επιχειρήσεις, ενώ η τοπική προμήθεια μπορεί να στηρίξει την επιχειρηματική ανάπτυξη, την απασχόληση και τη δημιουργία εισοδήματος. Είναι μια πολιτική επιλογή.
Οι τοπικές επιχειρήσεις και τα συνεργατικά σχήματα πρέπει να αποκτήσουν πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις προμήθειες των μεγάλων δημόσιων φορέων της περιοχής τους, με σεβασμό πάντοτε στους κανόνες ανταγωνισμού, διαφάνειας και ποιότητας.
Παραγωγικότητα και καλές θέσεις εργασίας
Η στήριξη της μικρής επιχειρηματικότητας δεν μπορεί να σημαίνει διατήρηση επιχειρήσεων που επιβιώνουν μόνο με χαμηλές αμοιβές, απλήρωτες υπερωρίες ή επισφαλείς σχέσεις εργασίας. Ούτε όμως μπορεί η πολιτεία να θεσπίζει νέες υποχρεώσεις χωρίς να υπολογίζει τη διαφορετική δυνατότητα προσαρμογής μιας πολύ μικρής επιχείρησης και ενός μεγάλου ομίλου.
Χρειάζεται μια συμφωνία αμοιβαίων υποχρεώσεων: δημόσια χρηματοδότηση, τεχνολογική υποστήριξη και φορολογικά κίνητρα από τη μία, επενδύσεις, τήρηση της εργατικής νομοθεσίας, κατάρτιση του προσωπικού και δημιουργία καλύτερων θέσεων εργασίας από την άλλη.
Η παραγωγικότητα, οι αξιοπρεπείς αμοιβές και η περιφερειακή ανάπτυξη δεν είναι ανταγωνιστικοί στόχοι. Η μακροχρόνια στασιμότητα της παραγωγικότητας οδηγεί σε στασιμότητα των πραγματικών μισθών, ενώ οι τεχνολογίες και οι καλύτερες πρακτικές συχνά παραμένουν συγκεντρωμένες σε λίγες επιχειρήσεις αντί να διαχέονται στο σύνολο της οικονομίας.
Μια νέα συμφωνία με τη μικρή επιχείρηση
Η μικρή και μικρομεσαία επιχείρηση δεν χρειάζεται περιστασιακές ενισχύσεις κάθε φορά που βρίσκεται στα όρια της επιβίωσης. Χρειάζεται μια νέα, σταθερή συμφωνία: Πρόσβαση στη χρηματοδότηση χωρίς αποκλεισμό όσων δεν διαθέτουν μεγάλη ακίνητη περιουσία. Ψηφιακή και ενεργειακή αναβάθμιση με ουσιαστική τεχνική βοήθεια. Κίνητρα για συνεργασίες και κοινές επενδύσεις χωρίς αναγκαστική απώλεια της αυτονομίας. Περιφερειακή αναπτυξιακή πολιτική προσαρμοσμένη στις πραγματικές δυνατότητες κάθε τόπου. Πρόσβαση στις δημόσιες προμήθειες και τα μεγάλα επενδυτικά έργα. Απλούς, σταθερούς και αναλογικούς κανόνες σε ασφάλιση και φορολογία. Σύνδεση κάθε δημόσιας στήριξης με την παραγωγικότητα, την απασχόληση και τις καλές θέσεις εργασίας.
Η μικρή επιχείρηση δεν πρέπει ούτε να διατηρείται τεχνητά σε μόνιμη κατάσταση αδυναμίας ούτε να αφήνεται απροστάτευτη απέναντι στη συγκέντρωση της αγοράς. Πρέπει να αποκτήσει τα μέσα για να επενδύσει, να συνεργαστεί, να καινοτομήσει και να μεγαλώσει.
Μια νέα προοδευτική πολιτική, μία σύγχρονη πατριωτική οικονομική άποψη δεν μπορεί να μετρά μόνο το ύψος των μεγάλων επενδύσεων ως δείγμα ανάπτυξης. Ενδιαφέρεται για το πόσοι άνθρωποι, πόσες επιχειρήσεις και πόσες περιοχές μπορούν να συμμετέχουν στην οικονομική ζωή και στην ανάπτυξη.






















































