Ως αντιδήμαρχος, έχω δει καταστάσεις να στραβώνουν, αλλά αυτό εδώ είναι άλλο επίπεδο. Το πουλόβερ, όπως καταλαβαίνετε, έχει αρχίσει να ξηλώνεται και πλέον δεν μιλάμε για μια κλωστή που έφυγε. Μιλάμε για ολόκληρο κομμάτι που έχει πάρει τον δρόμο του και δεν δείχνει διάθεση να επιστρέψει.

Η κατάσταση δεν μπορεί να μαζευτεί από πουθενά. Όπου και να γυρίσω να κοιτάξω, θα βρω κάτι παράξενο, κάτι που δεν στέκει, κάτι που με κάνει να αναρωτιέμαι αν είμαι σε δημοτικό συμβούλιο ή σε παράσταση πειραματικού θεάτρου.

Πραγματικά, αυτό που κατάφερε να πετύχει η διοίκηση θα έπρεπε να διδάσκεται στις σχολές διοίκησης. Όχι ως παράδειγμα επιτυχίας, αλλά ως το απόλυτο case study για το πώς μπορείς να μετατρέψεις μια απλή λειτουργία σε άσκηση επιβίωσης. Μια μέθοδος που θα έπρεπε να συνοδεύεται από προειδοποιητική ετικέτα: «Μην το δοκιμάσετε στον δικό σας δήμο». Αν θέλετε να αποφύγετε παρόμοιους τρόπους διοίκησης, ένα πράγμα να θυμάστε: όταν βλέπετε το πρώτο σημάδι ότι κάτι πάει να ξεφύγει, σταματήστε το εκεί. Γιατί αν το αφήσετε, θα βρεθείτε να κυνηγάτε κλωστές από ένα πουλόβερ που δεν σώζεται.

Το Κλειστό Κλαμπ με Θερμοκρασία Νερού

Από πού θέλετε να το ξεκινήσουμε; Από το κολυμβητήριο; Γιατί αν υπάρχει σημείο που δείχνει ξεκάθαρα πώς λειτουργεί αυτή η διοίκηση, είναι εκεί. Δεν φτάνει που έχουν κάνει πυρ και μανία όλο τον κόσμο, έχουν και το θράσος να βγάζουν ανακοινώσεις σαν να μιλάμε για το καλύτερο spa της Μεσογείου. Κι όταν λέμε όλο τον κόσμο, εννοούμε και όσους κατάφεραν να μπουν στην πισίνα, αλλά και εκείνους που έμειναν απ’ έξω, στο πεζοδρόμιο, να κοιτάζουν το «κλειστό κλαμπ» που λέγεται δημοτικό κολυμβητήριο.

Και να μου πεις πόσες φορές πρέπει να το πούμε για να το καταλάβουμε; Αν δεν είσαι της παρέας, πες αντίο ζωή. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για αθλητισμό, μιλάμε για κοινωνική δομή τύπου «μπες–βγες» με κριτήρια που ούτε εγώ, ως αντιδήμαρχος, δεν μπορώ να αποκρυπτογραφήσω. Το πουλόβερ έχει αρχίσει να ξηλώνεται και στο κολυμβητήριο φαίνεται πιο έντονα από παντού. Η κατάσταση δεν μαζεύεται, όσο κι αν προσπαθούμε να την παρουσιάσουμε ως «λειτουργική». Αν θέλετε να αποφύγετε τέτοιες διοικητικές πατέντες, ένα πράγμα να θυμάστε: όταν η πόρτα ανοίγει μόνο για τους «δικούς», τότε δεν έχουμε πρόβλημα με την πισίνα — έχουμε πρόβλημα με τη νοοτροπία.

Το Μπαλώμα που Έγινε… Τέχνη

Και το κερασάκι στην τούρτα, φυσικά, είναι ότι ενώ έχει γίνει ό,τι έχει γίνει, ενώ έχετε κάνει τον κόσμο να αγανακτήσει, εσείς συνεχίζετε την ίδια τακτική σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Σαν να μιλάμε για μια μικρή παρεξήγηση, όχι για φιάσκο πρώτης κατηγορίας. Πραγματικά μένω με το στόμα ανοιχτό. Δεν είναι απλή αδιαφορία· είναι ολυμπιακό άθλημα ψυχραιμίας.

Και να σου πω και κάτι; Απορώ αν βρεθεί κανένας γονιός και κάνει καταγγελία πώς ακριβώς θα το μπαλώσετε. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για μια στραβή που διορθώνεται με μια ανακοίνωση της σειράς. Μιλάμε για κατάσταση που έχει ξεφύγει, έχει πάρει φόρα και δεν σταματάει ούτε με φρένα καινούργια. Ο κόσμος βράζει, οι γονείς έχουν φτάσει στο «ως εδώ», κι εσείς απαντάτε με την ίδια συνταγή: λίγη άρνηση, λίγη αδιαφορία, λίγη ανακοίνωση για ξεκάρφωμα. Αν θέλετε να αποφύγετε τέτοιες καταστάσεις, ένα πράγμα να θυμάστε: όταν ο πολίτης φτάσει στο σημείο να σκέφτεται καταγγελία, δεν σώζεται με μπαλώματα. Θέλει δουλειά, διαφάνεια και κυρίως… να σταματήσετε να κάνετε πως δεν βλέπετε τι γίνεται γύρω σας.

Το Βραβείο της Αβλεψίας

Τώρα, πίσω στα δικά μας. Το ωραίο της εβδομάδας, αυτό που παίρνει το βραβείο χωρίς καν να έχει ανταγωνισμό, είναι η απόφαση να γίνει δημοτικό συμβούλιο την Τρίτη για να αποφασίσουν αν θα δώσουν χώρο σε σύλλογο για εκδήλωση που έγινε την Παρασκευή. Δηλαδή, συζητάμε για κάτι που έχει ήδη γίνει, έχει τελειώσει, έχει φωτογραφηθεί, έχει σχολιαστεί και έχει περάσει στην ιστορία.

Αυτό από μόνο του δείχνει ότι δεν λειτουργεί τίποτα. Ότι υπάρχει πλήρης αδιαφορία, όχι απλώς καθυστέρηση. Έχω μείνει άγαλμα. Είναι σαν να αποφασίζεις αν θα ανάψεις το φως αφού έχει ξημερώσει. Σαν να εγκρίνεις άδεια οικοδομής για σπίτι που έχει ήδη χτιστεί. Όταν η διοίκηση λειτουργεί έτσι, δεν χρειάζεται να ψάξεις βαθιά για το πρόβλημα — το βλέπεις μπροστά σου. Αν θέλετε να αποφύγετε τέτοιες πρακτικές, ένα πράγμα να κάνετε: αποφασίζετε πριν, όχι μετά. Γιατί όταν το «μετά» γίνει συνήθεια, τότε το «πριν» παύει να υπάρχει.

Οι Μισθοί–Δωρεά και τα Φρύδια–Κοκορέτσι

Διάβασα ότι ένας δήμαρχος χάρισε τους μισθούς ολόκληρου του χρόνου και αγόρασε μηχάνημα για το νοσοκομείο της περιοχής του. Και έμεινα να κοιτάζω την οθόνη σαν να είδα θαύμα. Γίνονται και τέτοια πράγματα; Προφανώς γίνονται. Απλώς δεν τα βλέπουμε συχνά, γιατί θέλουν ψυχή, επάγγελμα, και κυρίως… επαφή με την πραγματικότητα. Θα μου πεις, γιατρός είναι ο άνθρωπος.

Ξέρει τι σημαίνει ανάγκη, ξέρει τι σημαίνει να σώζεις κόσμο, όχι να σώζεις την εικόνα σου. Και μετά κοιτάζω γύρω μου και βλέπω το άλλο είδος. Εκείνους που δεν έχουν δουλέψει ούτε μισή μέρα σε σοβαρό περιβάλλον, αλλά κυκλοφορούν με σηκωμένο φρύδι λες και τους χρωστάμε χειροφίλημα. Ανεπαγγέλτους με ύφος «εγώ ξέρω», που δεν έχουν προσφέρει ούτε ένα ευρώ, ούτε μια πράξη, ούτε μια ιδέα που να πιάνει τόπο. Μόνο λόγια, πόζα και μια μόνιμη αίσθηση ότι ο κόσμος πρέπει να τους χειροκροτεί επειδή εμφανίστηκαν στο δημαρχείο.Και τότε καταλαβαίνεις τη διαφορά: άλλος δίνει μισθούς για να βοηθήσει ανθρώπους. Άλλος δίνει… βλέμμα. Άλλος προσφέρει έργο. Άλλος προσφέρει αέρα.

Το Χουνέρι που Παραλίγο να Γίνει Ιστορία

Και πάμε να κλείσουμε με τα σοβαρά του Γιδά, γιατί εκεί το πράγμα είχε προοπτική να γίνει… έπος. Αν αυτό που πήγε να γίνει τελικά γινόταν, θα μιλούσαμε για μεγάλο χουνέρι. Όχι απλώς αναστάτωση — μιλάμε για σκηνικό που θα έμπαινε σε εγχειρίδιο με τίτλο «Πώς να μην αλλάζετε πρόεδρο δημοτικού συμβουλίου».Το σκηνικό για την αλλαγή προέδρου ήταν από μόνο του μια παράσταση.

Κάποιοι είχαν ήδη ετοιμάσει πανηγύρια, άλλοι είχαν βγάλει μαντήλια για αποχαιρετισμό, άλλοι περίμεναν να δουν ποιος θα καθίσει στην καρέκλα και ποιος θα μείνει να κοιτάζει το ταβάνι. Και μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι, φαίνεται πως κάποιοι είναι πολύ τυχεροί που έπεσαν πάνω στον Δριστά. Γιατί αν δεν ήταν αυτός, θα είχαμε ζήσει επεισόδιο που θα το συζητούσαν μέχρι και οι πέτρες. Ο άνθρωπος κράτησε ισορροπίες, έσβησε φωτιές, μάζεψε πρόσωπα που είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν από την ένταση και έσωσε μια διαδικασία που πήγαινε ολοταχώς για σύγκρουση. Κι αυτό, όσο κι αν δεν το παραδέχονται κάποιοι, τους έσωσε από μεγάλο ρεζιλίκι.

Τα Κουκιά, τα Τηλέφωνα και η Αιώνια… Αντιπολίτευση

Όλοι έχουν μάθει πλέον το σκηνικό που πήγε να γίνει. Δεν κρατήθηκε τίποτα κρυφό, γιατί όταν αρχίζουν τα τηλέφωνα να παίρνουν φωτιά, το νέο ταξιδεύει πιο γρήγορα κι από δελτίο Τύπου. Ο ακατονόμαστος τηλεφωνούσε δεξιά–αριστερά για να εξασφαλίσει ότι οι δικοί του δεν θα ψηφίσουν τον Δριστά. Σαν να μιλάμε για casting σε τηλεπαιχνίδι, όχι για δημοτικό συμβούλιο. Κι από την άλλη, κάποιος άλλος προσπαθούσε να ενώσει άτομα για να τον ψηφίσουν — αρκεί να το ήθελε ο ίδιος. Μοναδική προϋπόθεση; Να τον στηρίξει η αντιπολίτευση για να βγουν τα κουκιά.

Όχι τίποτα άλλο, αλλά για να βλέπαμε μετά από τρία χρόνια αν υπάρχει αντιπολίτευση. Γιατί μέχρι στιγμής, το μόνο που βλέπουμε είναι ένα μόνιμο χέρι σηκωμένο και μια σταθερή πεποίθηση ότι όλα είναι καλώς καμωμένα. Αν αυτό το πράγμα προχωρούσε, θα μιλούσαμε για φαινόμενο προς μελέτη. Αντί να ελέγχουν, να συμφωνούν. Αντί να αντιδρούν, να χειροκροτούν. Αντί να κρατούν ισορροπίες, να ψάχνουν πού θα κουμπώσουν. Και μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι, κάποιοι πρέπει να ανάψουν ένα κερί που έπεσαν πάνω στον Δριστά. Γιατί αν δεν υπήρχε εκείνος να κρατήσει τα προσχήματα, θα βλέπαμε σκηνικό που θα το θυμόταν ο Γιδάς για δεκαετίες.

Η Ψηφομέτρηση της… Μεγάλης Ομοψυχίας

Από τη μία ο ακατονόμαστος, που είχε πιάσει το τηλέφωνο σαν τηλεπωλητής σε Black Friday, προσπαθώντας να εξασφαλίσει ότι οι δικοί του δεν θα στηρίξουν τον Δριστά. Από την άλλη, ο άλλος «παίκτης» που μάζευε κόσμο για να τον ψηφίσουν, αρκεί να το ήθελε ο ίδιος. Μοναδική προϋπόθεση; Είπαμε. Να τον στηρίξει τον Δριστά η αντιπολίτευση για να βγουν τα κουκιά. Και εδώ αρχίζει το ωραίο. Για να μην περάσει αυτό που ήθελε ο… γνωστός, χρειαζόταν 16 ψήφους.

Βγάζεις τους 5 της αντιπολίτευσης — μένουν 11. Κι αυτοί που πήγαν να κάνουν το χουνέρι, μετρήθηκαν μεταξύ τους… και ο αριθμός έβγαινε. Δηλαδή, υπήρχε ομοφωνία. Υπήρχε συντονισμός. Από την μία πλευρά. Γιατί από την άλλη αν βγαλεις τον ένα που θέλει να γίνεται το δικό του, επικρατεί χάος. Φανταστείτε τι κλίμα επικρατεί εκεί μέσα. Άνθρωποι που δεν συμφωνούν ούτε για το αν έχει καλό καιρό, ξαφνικά βρέθηκαν να ταιριάζουν σαν κομμάτια παζλ. Κι όλα αυτά για μια κίνηση που, αν προχωρούσε, θα άφηνε σημάδι για χρόνια.

Το Κάζο που Παραλίγο να Γίνει Θρύλος

Οπότε, μεγάλε, αν θες τη γνώμη μου, καλύτερα να πας να ανάψεις ένα κερί στην εκκλησία στο μπόι του Δριστά. Γιατί αν έτρωγες τέτοιο κάζο, θα γελούσαν μαζί σου μέχρι και τα έδρανα του δημοτικού συμβουλίου. Και δεν μιλάμε για απλό γέλιο — μιλάμε για εκείνο το γέλιο που ακούγεται από το βάθος της αίθουσας, που κάνει αντίλαλο, που γράφεται στα πρακτικά χωρίς να το θέλει κανείς.

Το πράγμα έμεινε εκεί μόνο επειδή ο Δριστάς δεν το δέχθηκε. Αν είχε πει το «ναι», θα βλέπαμε σκηνικό που θα το συζητούσαν μέχρι να αλλάξει γενιά ο Γιδάς. Και να σου πω και κάτι; Από ό,τι φαίνεται, την επόμενη φορά δεν θα τη γλιτώσεις τόσο εύκολα. Γιατί δεν είναι όλοι μαλακοί σαν τον Δριστά. Άλλοι έχουν νεύρο, άλλοι έχουν εγωισμό, άλλοι έχουν όρεξη για φασαρία. Κι όταν μπουν τέτοιοι στο παιχνίδι, το κάζο δεν είναι πιθανότητα — είναι προγραμματισμένο γεγονός.

Οι Πιέσεις, τα Τηλέφωνα και η… Δημοτική Επιμονή

Άκουσα κι αυτό που κυκλοφορεί για τον Δελιόπουλο. Ότι τον πιέζουν από την Αθήνα να είναι υποψήφιος στις επόμενες βουλευτικές. Ότι τον θέλουν, ότι τον ψάχνουν, ότι τον θεωρούν “υλικό για παραπάνω”. Και να σου πω την αλήθεια, δεν μου φαίνεται περίεργο. Όταν κάποιος έχει όνομα, επάγγελμα, παρουσία και δεν χρειάζεται να σηκώνει φρύδι για να δείξει ότι υπάρχει, είναι λογικό να τον κοιτάζουν.

Το περίεργο είναι το άλλο: για κάποιο λόγο που κανείς δεν ξέρει — ή μάλλον ξέρει αλλά δεν τον λέει — επιμένει δημοτικά. Λέει ότι “πρέπει να τελειώσουμε αυτό που ξεκινήσαμε”. Τι εννοεί; Θα σας γελάσω. Γιατί εδώ που βρισκόμαστε, το “ξεκινήσαμε” μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε: από έργο που δεν προχώρησε, μέχρι σχέδιο που έμεινε στα χαρτιά, μέχρι ιδέα που δεν βρήκε ποτέ εφαρμογή. Κι ενώ άλλοι ψάχνουν πού θα κουμπώσουν, πού θα χωρέσουν, πού θα βρουν καρέκλα, αυτός — λένε — θέλει να μείνει στη δημοτική σκηνή.

Αν είναι αλήθεια, τότε μιλάμε για σπάνιο φαινόμενο: άνθρωπος που τον τραβάνε προς τα πάνω και αυτός λέει “όχι, θα μείνω εδώ”. Και το θα μείνω εδώ κάνει κάποιους να ανησυχούν όλο και περισσότερο.

Οι Εκδηλώσεις–Πρωτοτυπία και το Φετινό Ρεζιλίκι

Και για το τέλος, ας μιλήσουμε για το απόλυτο φετινό ρεζιλίκι με τις εκδηλώσεις. Γιατί αν νομίζαμε ότι τα είχαμε δει όλα, ήρθε η φετινή λίστα για να μας αποδείξει ότι η φαντασία δεν έχει όρια. Εκδηλώσεις σε πλατείες και ξωκκλήσια. Έτσι, για να πρωτοτυπήσουμε. Για να δείξουμε ότι μπορούμε να κάνουμε πολιτισμό οπουδήποτε, αρκεί να υπάρχει ένα παγκάκι, ένα δέντρο ή μια εικόνα της Παναγίας.

Κι αν στο αμφιθέατρο δεν πατούσε κανένας τα προηγούμενα χρόνια, φανταστείτε τι θα γίνει φέτος. Εκεί τουλάχιστον είχες μια καρέκλα, μια σκηνή, έναν προβολέα. Τώρα θα έχεις κουνούπια, υγρασία και τον ήχο από τζιτζίκια να καλύπτει τον ομιλητή. Θα μου πεις, αν περάσει το θέμα και τα 300 χιλιάρικα πιάσουν τόπο, τι μας ενδιαφέρει εμάς αν έχει κόσμο ή αν τους φάνε τα κουνούπια. Σωστό κι αυτό — αρκεί να μην χρειαστεί να εξηγήσουμε μετά γιατί η μισή εκδήλωση έγινε με κοινό που κουνιόταν σαν να χορεύει ζεϊμπέκικο από τα τσιμπήματα.Το πρόβλημα δεν είναι ο χώρος. Το πρόβλημα είναι η λογική. Όταν η διοργάνωση μοιάζει με κλήρωση λαχειοφόρου, τότε το αποτέλεσμα δεν σώζεται ούτε με 300 χιλιάρικα ούτε με ευχές.

Η Πίτα, τα Σκαψίματα και το Φόβο του… Απροόπτου

Κι αφού αναγκάστηκαν να αλλάξουν τα πλάνα για τις εκδηλώσεις — γιατί μετά την καταγγελία του Θέμη θυμήθηκαν ξαφνικά τη στατικότητα του αμφιθεάτρου — τώρα φοβάμαι μην γίνει κανένα σκηνικό με τη Βετσοπούλου. Σκάβουν παντού για το φυσικό αέριο, έχουν ανοίξει δρόμους, πεζοδρόμια, γωνίες, και δεν έχει μείνει ούτε ένα σημείο που να μην μοιάζει με αρχαιολογική ανασκαφή. Και μέσα σε όλο αυτό το χάος, δεν θα έχουν που να κάνουν τη γιορτή πίτας. Το αμφιθέατρο είναι εκτός, οι πλατείες γεμάτες λακκούβες, τα ξωκκλήσια έχουν ήδη επιστρατευτεί για άλλες εκδηλώσεις, και η Βετσοπούλου θυμίζει πίστα από παιχνίδι όπου πρέπει να αποφύγεις εμπόδια για να φτάσεις στο τέλος.

Το αστείο — ή το τραγικό, ανάλογα πώς το βλέπει κανείς — είναι ότι όλα αυτά δεν θα υπήρχαν αν είχαν κάνει τη δουλειά τους όταν έπρεπε. Τώρα τρέχουν να βρουν χώρο, να κλείσουν ημερομηνίες, να αποφύγουν εργοτάξια και να εξηγήσουν γιατί η πόλη μοιάζει με πίστα δοκιμασίας. Αν συνεχίσουν έτσι, η επόμενη γιορτή πίτας θα γίνει σε… drone. Τουλάχιστον εκεί δεν θα έχει σκαψίματα.

Οι Ανακοινώσεις της Μετακύλισης Ευθυνών

Τους έχω ικανούς, να βγάλουν καμιά ανακοίνωση και να ρίξουν το φταίξιμο στον Θέμη. Να πουν ότι αυτός φταίει που οι εκδηλώσεις έγιναν στα χωράφια, ότι αυτός ευθύνεται που τα κουνούπια ακούγονταν περισσότερο από τους τραγουδιστές, ότι αυτός προκάλεσε “αναστάτωση” και “αναγκαστικές αλλαγές”. Γιατί όταν κάποιος δεν έχει ντροπή, δεν τη χάνει — απλώς δεν την είχε ποτέ.

Φαντάζομαι ήδη το ύφος: σοβαροφανές, βαρύ, με λέξεις τύπου αναγκαιότητα, ασφάλεια, προσαρμογή, νομιμότητα, διαφάνεια. Κι από κάτω η πραγματικότητα: εκδηλώσεις σε χωράφια, πλατείες που θυμίζουν εργοτάξιο, ξωκκλήσια που έγιναν πολιτιστικά κέντρα επειδή δεν υπάρχει άλλος χώρος. Και φυσικά, κοινό που κουνιέται σαν να χορεύει παραδοσιακούς χορούς επειδή το τσίμπημα από τα κουνούπια δεν συγχωρεί. Το αστείο — ή το θλιβερό — είναι ότι αντί να πουν κάναμε λάθος, θα ψάξουν ποιος φταίει. Κι όταν δεν βρίσκουν, θα τον κατασκευάσουν. Γιατί η μετακύλιση ευθυνών έχει γίνει τέχνη. Μη ρωτάς αν έχασε κανένας την ντροπή. Για να τη βρουν αυτοί, πρέπει πρώτα να την είχαν. Κι εδώ μιλάμε για ανθρώπους που αν τους δώσεις καθρέφτη, θα κατηγορήσουν το γυαλί ότι τους δείχνει στραβά.

 

Ο Αντιδήμαρχος