Έχασα επεισόδια και θα το πω με καθυστέρηση, αλλά τέτοια ατάκα δεν γίνεται να την αφήσω να περάσει έτσι. Κλεμμένη βέβαια, αλλά όταν είναι πετυχημένη, οφείλεις να της βγάλεις το καπέλο.

Μετά το παιχνίδι της Εθνικής με τη Γερμανία, ο Ζαραλίκος σχολίασε την απίθανη τρίπλα του Καρέτσα σε έναν Γερμανό παίκτη και πέταξε το αμίμητο: «Να δείτε που μετά από αυτή την τρίπλα οι Γερμανοί θα μας ζητήσουν πολεμικές αποζημιώσεις».

Ομολογώ πως γέλασα περισσότερο απ' όσο έπρεπε.

Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, οι Γερμανοί μπορεί να έπαθαν τέτοιο σοκ που να ψάχνουν τρόπο να ισοφαρίσουν τη ζημιά. Εμείς όμως εδώ στην Ελλάδα καταφέραμε πάλι το ακατόρθωτο. Αντί να χαιρόμαστε μια ομάδα που παίζει μπάλα, που βγάζει ταλέντο και που κάνει την Ευρώπη να ασχολείται μαζί της, συνεχίζουμε το εθνικό μας σπορ: την αμφισβήτηση.

Άλλος δεν του αρέσει ο προπονητής. Άλλος θεωρεί ότι ο τάδε παίκτης δεν κάνει. Άλλος έχει έτοιμη δεκάδα και ψάχνει μόνο τερματοφύλακα. Κι άλλος έχει φτιάξει από τον καναπέ τρεις διαφορετικές ενδεκάδες, δύο συστήματα και ένα πλάνο ανάπτυξης που ούτε η Μάντσεστερ Σίτι δεν διαθέτει.

Η Εθνική κερδίζει; Γκρίνια. Χάνει; Διπλή γκρίνια. Παίζει όμορφα; «Δεν αντιμετώπισε σοβαρό αντίπαλο». Νικά σοβαρό αντίπαλο; «Ναι, αλλά να τη δω και στο επόμενο παιχνίδι».

Τελικά, αν υπάρχει κάτι πιο σταθερό από τη γερμανική οικονομία, είναι ο Έλληνας προπονητής της πολυθρόνας. Ο μοναδικός άνθρωπος που μπορεί να δει έναν πιτσιρικά να κάνει μαγικά με την μπάλα και αντί να χειροκροτήσει, να αναρωτηθεί γιατί δεν έκανε την τρίπλα από την άλλη πλευρά.

Τα Like της Οικογένειας

Τώρα που μπαίνουμε σιγά σιγά σε προεκλογικό κλίμα, όλα παίζουν τον ρόλο τους. Οι εμφανίσεις, οι ανακοινώσεις, οι φωτογραφίες, τα χαμόγελα και φυσικά τα περιβόητα social media.

Εκεί όμως αρχίζει και το γέλιο. Δεν γίνεται να ανεβάζεις μια ανακοίνωση και στα πρώτα δευτερόλεπτα να εμφανίζονται ως υποστηρικτές ο ξάδερφος, ο κουμπάρος, ο παιδικός φίλος, η θεία από το χωριό και οι μισοί εργαζόμενοι του γραφείου σου. Δηλαδή να κοιτάς τα likes και να λες «κάτσε να δω πόσοι πολίτες συμφωνούν» και τελικά να διαπιστώνεις ότι πρόκειται για οικογενειακή συγκέντρωση.

Το ακόμη καλύτερο είναι όταν οι ίδιοι άνθρωποι κάνουν καρδούλα σε κάθε ανάρτηση ανεξαιρέτως. Είτε αφορά έργο, είτε εκδήλωση, είτε ευχή για χρόνια πολλά, το like πέφτει με θρησκευτική ευλάβεια.

Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται πολιτική αποδοχή ή οικογενειακή υποχρέωση. Πάντως αν κρίνουμε τις εκλογές από τα likes των συγγενών, κάποιοι έχουν ήδη εκλεγεί από το σαλόνι του σπιτιού τους. Να πω και κάτι όμως; Είστε εκλεγμένοι για να εκπροσωπείτε τους πολίτες που σας ψήφισαν. Για να λύνουν προβλήματα οι υπηρεσίες σας, να προχωρούν τα έργα και να ακούγεται η φωνή της κοινωνίας. Δεν είστε η Τούνη για να μετράτε κάθε βράδυ πόσες καρδούλες μαζεύτηκαν κάτω από μια ανάρτηση.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι κάλπες δεν ανοίγουν με likes. Ανοίγουν με ψήφους. Και εκεί δεν πατάει καρδούλα η θεία και ο ξάδερφος. Εκεί μιλάει ο κόσμος. 

Και για ορισμένους που βλέπω να εχουν αποκτήσει ύφος χιλίων καρδιναλίων, προς το παρών θα πω, άλλο ακούγομαι είμαι υποψήφιος, άλλο είμαι, κι άλλο εκλέγομαι για να δικαιολογείται και το τουπέ. Γλαρώστε λίγο γιατί ο κόσμος βλέπει και κρίνει.

Από τα Έργα στα... Τυριά

Κάτι έχει πιάσει τελευταία τους αιρετούς και την έχουν δει influencers. Μπορεί να είναι απωθημένο χρόνων, μπορεί να φταίνε τα social media, μπορεί να νομίζουν ότι με ένα κινητό στο χέρι γίνονται ξαφνικά σκηνοθέτες και ηθοποιοι μζί.

Εκεί που τους ήξερες να κάνουν αναρτήσεις για λακκούβες, βλάβες, έργα, καθαριότητα και προβλήματα της καθημερινότητας, ξαφνικά ανοίγεις το Facebook και μένεις κάγκελο. Περιμένεις να διαβάσεις για κάποιο δημοτικό θέμα και βλέπεις παρουσίαση προϊόντων. Τυριά σήμερα, και αύριο ποιος ξέρει; Μέλια, λουκάνικα, κρασιά και ό,τι άλλο μπορεί να χωρέσει σε ένα post.

Μπερδεύτηκα κι εγώ. Λέω, ανακοίνωση του δήμου διαβάζω ή τηλεμάρκετινγκ παρακολουθώ; Σε λίγο θα βλέπουμε βίντεο με μουσική από πίσω και λεζάντα «Καλημέρα φίλοι μου, σήμερα θα σας δείξω το αγαπημένο μου κασέρι».

Καλά τα τοπικά προϊόντα και καλά κάνουν να προβάλλονται. Αλλά άλλο η στήριξη της τοπικής παραγωγής κι άλλο να ξεχνάς ότι ο κόσμος σε εξέλεξε για να ασχολείσαι με τα προβλήματά του και όχι για να γίνεις ο νέος πρεσβευτής της γραβιέρας στα social media.

Γιατί στο τέλος ο δημότης δεν θέλει tasting. Απάντηση στα προβλήματά του θέλει. Και αυτή δεν σερβίρεται με τυρί.

Η Ωραία των Social Media

Θα μου πεις βέβαια, κι εκεί που ανέβαζαν υποτίθεται έργα και δράσεις, γινόταν τίποτα; Έχει κι αυτό μια βάση. Γιατί πολλές φορές βλέπαμε φωτογραφίες, ανακοινώσεις, χαμόγελα και διθυράμβους, αλλά ψάχναμε με το κιάλι το αποτέλεσμα.

Οπότε, για να είμαι δίκαιος, ίσως τα τυριά να είναι και πιο χρήσιμα. Τουλάχιστον όταν ένας αιρετός προβάλλει έναν παραγωγό, βοηθάει έναν άνθρωπο να πουλήσει την πραμάτεια του. Κάποιο όφελος προκύπτει. Κάποια δουλειά γίνεται. Κάποιο προϊόν φεύγει από το ράφι.

Αντίθετα, μερικές από τις περιβόητες αναρτήσεις περί έργων, το μόνο που κατάφερναν ήταν να αυξάνουν την κίνηση στο Facebook. Ο δημότης διάβαζε για μεγάλες παρεμβάσεις, έβγαινε στον δρόμο και αναρωτιόταν αν μιλάμε για τον ίδιο δήμο.

Γι' αυτό λέω, συνεχίστε με τα τυριά, τα μέλια και τα κρασιά. Τουλάχιστον εκεί προσφέρετε μια υπηρεσία. Γιατί στο αντικείμενο για το οποίο σας ψήφισε ο κόσμος, υπάρχουν αρκετοί που ακόμη αναζητούν το... προϊόν της δουλειάς σας.

Το Γουέστερν του Γιδά

Προχθές τα έλεγα με έναν φίλο Γιδιώτη που ζει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Είχε έρθει μια επίσκεψη στην πόλη και, όταν έφυγε κατά τις δέκα το βράδυ, έμεινε με μια απορία.

«Να ξέρεις», μου λέει, «το επόμενο γουέστερν θα γυριστεί στον Γιδά».

Τον κοιτάζω απορημένος και συνεχίζει: «Σαν εκείνες τις παλιές ταινίες που έμπαινε ο καουμπόης με το άλογο στην έρημη πόλη και αναρωτιόσουν αν ζει κανένας εκεί μέσα».

Σκληρό; Ίσως. Άδικο; Ας το κρίνουν οι αρμόδιοι.

Γιατί όταν μια πόλη δίνει την εικόνα ότι κατεβάζει ρολά νωρίς, όταν οι δρόμοι αδειάζουν, όταν η κίνηση λιγοστεύει και η ζωντάνια περιορίζεται, τότε δεν φταίει αυτός που κάνει το σχόλιο. Φταίει η εικόνα που του δόθηκε.

Και κάπου εδώ επιστρέφω στους αιρετούς-influencers, στους πρωταγωνιστές των social media και στους διαφημιστές τυριών. Καλά τα likes, ωραίες οι φωτογραφίες και χρήσιμη η προβολή της τοπικής παραγωγής. Αλλά η μεγαλύτερη διαφήμιση για έναν τόπο είναι να τον βλέπεις ζωντανό.

Γιατί μια πόλη δεν χρειάζεται φίλτρα, καρδούλες και χορηγούμενες αναρτήσεις. Χρειάζεται κόσμο στους δρόμους. Αλλιώς, σε λίγο θα ψάχνουμε και τον σερίφη.

Ο Αντίπαλος που Ψάχνουν στα Καφενεία

Ακούω τελευταία κάποιους να γυρίζουν στα καφενεία και να διαβεβαιώνουν με ύφος νικητή ότι «δεν έχουμε αντίπαλο». Τόση σιγουριά ούτε οι στοιχηματικές εταιρείες δεν έχουν.

Βέβαια, άμα ρωτάς μόνο τα φιλαράκια σου, τον κολλητό, τον κουμπάρο και τους μόνιμους θαμώνες του ίδιου τραπεζιού, λογικό είναι να ακούς αυτά που θέλεις να ακούσεις. Κάνε όμως μια βόλτα και λίγο παραπέρα. Ρώτα και κανέναν που δεν χρωστάει χάρη, που δεν περιμένει ρουσφέτι και που δεν πίνει κάθε μέρα καφέ δίπλα σου. Εκεί να δούμε τι θα ακούσεις.

Και μιας και η κουβέντα πήγε στα πρόσωπα, άκουσα και το άλλο: «Παρατηρώ ότι ο ακατανόμαστος δεν έχει πλέον πολλές αντιπάθειες». Λογικό είναι. Για να αποκτήσεις αντιπάλους πρέπει να ασχολείται ο κόσμος μαζί σου.

Όταν κάποιος φεύγει από το προσκήνιο, στην αρχή συζητιέται. Για λίγο διάστημα όλοι έχουν κάτι να πουν. Μετά όμως η ζωή συνεχίζεται, η επικαιρότητα τρέχει και ο κόσμος στρέφει το βλέμμα του αλλού.

Κάπως έτσι συμβαίνει και τώρα. Δεν μειώθηκαν οι αντιπάθειες. Απλώς μειώθηκε το ενδιαφέρον. Κι αυτό στην πολιτική είναι πολύ χειρότερο. Γιατί από την κριτική μπορείς να επιστρέψεις. Από την αδιαφορία δύσκολα γυρίζεις πίσω.

Η Σφαλιάρα της Παρασκευής

Θα μου πεις, πού φαίνονται όλα αυτά; Στα λόγια ή στην πράξη;

Η απάντηση ήρθε την Παρασκευή. Και μάλιστα με τρόπο εκκωφαντικό. Τόσο εκκωφαντικό που ο θόρυβος από τη σφαλιάρα ακούστηκε από την πλατεία του Μασούτη μέχρι το Πνευματικό Κέντρο.

Μιλάμε για χαστούκι παλιάς κοπής. Από εκείνα τα κινηματογραφικά του Κωνσταντάρα που έφευγε η μία σφαλιάρα και έβρισκε πέντε μάγουλα μαζί. Μόνο που στη δική μας περίπτωση η βολή βρήκε δύο. Και τους βρήκε κέντρο.

Γιατί άλλο να κυκλοφορείς στα καφενεία και να διακηρύσσεις ότι δεν έχεις αντίπαλο κι άλλο να έρχεται η πραγματικότητα και να σου υπενθυμίζει ότι η κοινωνία δεν περιορίζεται στα τραπέζια των φίλων σου. Εκεί που κάποιοι έβλεπαν αποθέωση, ήρθε η κάλπη, η διαδικασία ή η δημόσια έκφραση της δυσαρέσκειας και προσγείωσε αρκετούς απότομα.

Και ξέρετε κάτι; Η σφαλιάρα δεν πόνεσε τόσο γι' αυτόν που την δέχθηκε. Πόνεσε περισσότερο γιατί απέδειξε ότι κάποιοι είχαν πιστέψει τη δική τους προπαγάνδα.

Γιατί το χειρότερο στην πολιτική δεν είναι να σου λένε ψέματα οι άλλοι. Είναι να αρχίζεις να πιστεύεις τα ψέματα που λες εσύ ο ίδιος στον καθρέφτη.

Το Θαύμα της Πίτας

Δεν θα μπω τώρα στη διαδικασία να αναλύσω πώς ένα θέμα που μέχρι πριν από λίγα λεπτά δεν περνούσε με τίποτα, ξαφνικά βρήκε τον δρόμο του και όλα έγιναν μέλι γάλα. Αυτά ας τα εξηγήσουν οι πρωταγωνιστές καλύτερα από εμένα. Μιας και μιλάμε για παραδοσιακές πίτες κι οχι φανουρόπιτες που εμφανίζουν ξαφνικά χαμένα αντικείμενα κι ανθρώπους.

Εγώ θα σταθώ σε κάτι πολύ πιο διασκεδαστικό. Στις φάτσες που κυκλοφορούσαν μέσα στην αίθουσα τη στιγμή που κατάλαβαν ότι το έργο δεν εξελισσόταν σύμφωνα με το σενάριο που είχαν γράψει στο μυαλό τους.

Εκεί να δείτε γέλιο.

Μιλάμε για βλέμματα χαμένα, χαμόγελα παγωμένα και εκφράσεις που έλεγαν περισσότερα από χίλιες ανακοινώσεις. Για λίγα λεπτά επικράτησε εκείνη η αμήχανη σιωπή που πέφτει όταν συνειδητοποιείς ότι το σχέδιο στραβώνει και ότι το ενδεχόμενο να πάθεις μεγάλο ρεζιλίκι δεν είναι πλέον θεωρητικό αλλά ορατό.

Κι ύστερα, ως εκ θαύματος, τα σύννεφα διαλύθηκαν, οι διαθέσεις άλλαξαν, οι τόνοι έπεσαν και η κατάσταση ομαλοποιήθηκε. Τόσο γρήγορα που αν δεν ήσουν παρών, θα νόμιζες πως τίποτα δεν είχε συμβεί.

Όμως όσοι είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν τα πρώτα λεπτά, δύσκολα θα ξεχάσουν εκείνα τα πρόσωπα. Γιατί στην πολιτική μπορείς να ελέγξεις πολλά πράγματα. Τις ανακοινώσεις, τις δηλώσεις και τις δημόσιες τοποθετήσεις.

Τη φάτσα που κάνεις όταν βλέπεις ότι δεν σου βγαίνουν τα κουκιά, όμως, πολύ δύσκολα την κρύβεις.

Το Τηλέφωνο της Σωτηρίας

Ξαναλέω όμως ότι δεν πρόκειται να ασχοληθώ σοβαρά με ανθρώπους που πολλοί αντιμετωπίζουν σαν κάλπικη δεκάρα. Και όταν λέω κάλπικη, εννοώ από εκείνες που τις κοιτάς από μακριά και καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν κολλάει.

Ούτε θα μπω στη διαδικασία να εξηγήσω πώς γίνεται κάποιοι άνθρωποι να είναι άφαντοι όταν τους ψάχνεις για να γίνει μια ψηφοφορία και ξαφνικά να εμφανίζονται ως εκ θαύματος όταν το αποτέλεσμα δεν βολεύει. Τι σύμπτωση κι αυτή!

Βέβαια, όταν λέω «εμφανίζονται», μην πάει ο νους σας ότι τους είδε κανείς να μπαίνουν από την πόρτα σαν τον Ζορό. Όχι. Η εμφάνιση έγινε πιο σύγχρονα. Με ένα τηλεφώνημα.

Τουλάχιστον έτσι λένε όσοι ήταν υπεύθυνοι για την ιστορία.

Ότι σήκωσαν το τηλέφωνο. Ότι μίλησαν. Ότι βρέθηκαν. Ότι συνεννοήθηκαν. Με λίγα λόγια, ότι όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν.

Αυτοί τα λένε.

Εμείς, από την άλλη, έχουμε το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα είτε να τα πιστέψουμε είτε να γελάσουμε.

Κι από ό,τι κατάλαβα, αρκετοί διάλεξαν το δεύτερο.

Γιατί όταν ένα έργο έχει πολλές συμπτώσεις μαζεμένες, πολύ δύσκολα το λες πραγματικότητα. Περισσότερο με σενάριο κωμωδίας μοιάζει. Και μάλιστα από εκείνες τις παλιές καλές ελληνικές ταινίες, όπου την τελευταία στιγμή εμφανιζόταν ο από μηχανής θεός, έλυνε το πρόβλημα και όλοι έκαναν πως ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου.

Μόνο που εκείνο ήταν σινεμά. Εδώ υποτίθεται ότι είναι πραγματική ζωή. Και γι' αυτό το γέλιο βγαίνει αυθόρμητα.

Η Τέχνη να Δημιουργείς Εχθρούς

Ξαναλέω πάντως ένα πράγμα. Επειδή η επανάληψη είναι μητέρα της μαθήσεως.

Πολλοί θα έδιναν πολλά για να δουν τα πρόσωπα ορισμένων τη στιγμή που έπεφτε η σφαλιάρα με τον γνωστό εκκωφαντικό ήχο. Εκείνη τη στιγμή που κατάλαβαν ότι το έργο δεν πήγαινε σύμφωνα με το σενάριο και ότι η πραγματικότητα είχε διαφορετικά σχέδια.

Το αστείο βέβαια είναι πως κάποιοι νομίζουν ότι όλο αυτό πέρασε απαρατήρητο. Ότι ο κόσμος δεν κατάλαβε, δεν άκουσε και δεν έμαθε. Λες και ζούμε σε καμιά μεγαλούπολη εκατομμυρίων κατοίκων.

Στον Γιδά είμαστε.

Εδώ ένα φτέρνισμα να γίνει στην άκρη της πόλης, μέχρι να πιεις τον καφέ σου το έχουν μάθει όλοι. Πόσο μάλλον ένα πολιτικό στραπάτσο που συζητήθηκε από στόμα σε στόμα πριν προλάβουν να ετοιμαστούν οι επίσημες εξηγήσεις.

Και το χειρότερο για τους πρωταγωνιστές δεν είναι το ίδιο το περιστατικό. Είναι όσα άφησε πίσω του. Γιατί στην προσπάθεια να κερδίσουν μια μάχη, κατάφεραν να πολλαπλασιάσουν τους ανθρώπους που δεν θέλουν ούτε να τους βλέπουν.

Βέβαια, για να είμαι δίκαιος, πρόκειται και για ένα είδος επιτυχίας.

Δεν είναι εύκολο πράγμα να καταφέρνεις να είσαι μαλωμένος με τόσο κόσμο ταυτόχρονα. Θέλει επιμονή, συνέπεια και συστηματική δουλειά.

Από αυτή την άποψη, λοιπόν, ας τους το αναγνωρίσουμε.

Μπορεί να μην πετυχαίνουν πάντα τους στόχους που βάζουν. Αλλά στο άθλημα της δημιουργίας εχθρών δείχνουν πραγματικά να πρωταγωνιστούν.

Οι Θιγμένοι με τα Σταυρωμένα Χέρια

Να πω όμως και κάτι ακόμη γιατί σε όλη αυτή την ιστορία υπάρχει μια απορία που δεν μπορώ να ξεπεράσω.

Πάρθηκε μια απόφαση. Μετά από είκοσι χρόνια η γιορτή της πίτας θα γίνει κάπου αλλού. Ωραία. Αυτοί που αποφασίζουν έχουν το μαχαίρι, έχουν και το καρπούζι. Μπορεί να συμφωνείς, μπορεί να διαφωνείς, αλλά η απόφαση ελήφθη.

Από όλο αυτό το σκηνικό άκουσα ότι κάποιοι θίχτηκαν. Ότι ενοχλήθηκαν. Ότι αδικήθηκαν. Ότι δεν τους άρεσε καθόλου η εξέλιξη.

Και εδώ γεννιέται η απορία μου.

Πώς ακριβώς εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους;

Γιατί εγώ ξέρω ότι όταν κάποιος θεωρεί πως πλήττεται η δουλειά του ή τα συμφέροντά του, διαμαρτύρεται. Μιλάει. Παρεμβαίνει. Διεκδικεί. Προσπαθεί να αλλάξει την κατάσταση. Δεν κάθεται στον καναπέ να παρακολουθεί τις εξελίξεις σαν τηλεθεατής.

Αν λοιπόν κάποιοι ήταν τόσο θιγμένοι όσο ακούγεται, τότε μάλλον ξέχασαν το σημαντικότερο κομμάτι της διαμαρτυρίας. Τη διαμαρτυρία.

Γιατί από όσα έφτασαν στα αυτιά μου, περισσότερο είδα μουρμούρα στις γωνίες και συζητήσεις στις παρέες παρά πραγματικές αντιδράσεις.

Και ξέρετε κάτι;

Στην πολιτική, στην κοινωνία αλλά και στη ζωή γενικότερα, δεν μετράει τι λες μετά από μια απόφαση. Μετράει τι έκανες πριν ληφθεί.

Γιατί είναι λίγο δύσκολο να παρουσιάζεσαι ως θιγμένος όταν σε όλο το έργο ο ρόλος σου ήταν αυτός του κομπάρσου με τα σταυρωμένα χέρια.

Ο Γύρος της Πίτας

Πάντως, όσο το σκέφτομαι, η επιλογή της πλατείας ίσως να είναι η καλύτερη που θα μπορούσε να γίνει. Και εξηγούμαι.

Πρώτον, δεν θα έχουν κόσμο τα μαγαζιά στο κέντρο. Άρα δεν θα υπάρξει ο κίνδυνος να δούμε τους εχθρούς μας να κάνουν καλές δουλειές και να μας ανέβει η πίεση. Πολύ σημαντικό αυτό.

Δεύτερον, θα γλιτώσουμε και την ταλαιπωρία. Λίγο το έχεις να ξεκινάς από την Πειραιώς και να φτάνεις μέχρι τον πεζόδρομο; Άνθρωποι είμαστε. Δεν είμαστε για τέτοια χιλιόμετρα. Και δεν φτάνει μόνο η ποδαράδα. Έχεις να σταματήσεις σε περίπτερα, να δοκιμάσεις πίτες, να χαιρετήσεις γνωστούς, να βγάλεις φωτογραφίες, να χαμογελάσεις σε όσους δεν συμπαθείς και να κάνεις ότι περνάς ωραία. Μεγάλη κούραση.

Ενώ τώρα όλα θα είναι συγκεντρωμένα στην πλατεία. Τα κιόσκια θα στηθούν γύρω γύρω, ο κόσμος θα κάνει κύκλους και η εικόνα θα θυμίζει εκείνα τα παλιά περιοδεύοντα τσίρκα με τον Γύρο του Θανάτου. Από τη μία οι πίτες, από την άλλη οι φωτογραφίες, παραδίπλα οι χαιρετούρες και στη μέση οι πολιτικοί να κάνουν συνεχείς περιστροφές μήπως και τους πάρει το πλάνο κάποια κάμερα.

Το μόνο που μένει είναι να μπει και κανένας εκφωνητής από τα μεγάφωνα να φωνάζει: «Πλησιάστε κυρίες και κύριοι, το μεγαλύτερο θέαμα της χρονιάς».

Γιατί πίτες είχαμε και παλιά. Το πραγματικό ενδιαφέρον όμως θα είναι να δούμε ποιος θα κάνει τον μεγαλύτερο κύκλο γύρω από την πλατεία μέχρι να τον προσέξουν. Και εκεί προβλέπω σκληρό ανταγωνισμό.

Το Τσίρκο

Και για να το κλείσουμε για σήμερα, με κλεμμένο ξεκίνησα, με κλεμμένο θα τελειώσω. Δεν κατάλαβα δηλαδή, οι άλλοι πιο μάγκες είναι; Τουλάχιστον εμείς τα κλεμμένα τα δηλώνουμε. Δεν τα παρουσιάζουμε για δικά μας.

Με αφορμή λοιπόν τον Γύρο του Θανάτου που ανέφερα νωρίτερα, τα τηλέφωνα που δεν σηκώνονταν αλλά ξαφνικά σηκώθηκαν, αυτούς που ήταν άφαντοι όταν έπρεπε να ψηφίσουν αλλά εμφανίστηκαν την κατάλληλη στιγμή, αυτούς που έχασαν το χαμόγελο όταν είδαν το αποτέλεσμα και μετά, ω του θαύματος, βρέθηκε η λύση με τρόπο που κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν πρόκειται να μάθει, θυμήθηκα μια φράση που αποδίδεται σε έναν πολύ σοφό άνθρωπο.

«Όταν ένας κλόουν μπει σε ένα βασίλειο, ο κλόουν δεν θα γίνει βασιλιάς. Το βασίλειο θα γίνει τσίρκο».

Και κάπου εδώ δένουν όλα όσα ζήσαμε τις προηγούμενες ημέρες.

Τα ακροβατικά, οι εξαφανίσεις, οι ξαφνικές εμφανίσεις, οι θεαματικές ανατροπές, οι φάτσες της απόγνωσης, τα χαμόγελα που επέστρεψαν απότομα και οι εξηγήσεις που δόθηκαν χωρίς να εξηγούν τίποτα.

Ένα κανονικό τσίρκο δηλαδή.

Με τη διαφορά ότι στα κανονικά τσίρκα οι θεατές αγοράζουν εισιτήριο για να γελάσουν. Εδώ το γέλιο βγαίνει δωρεάν.

Και το χειρότερο για τους πρωταγωνιστές δεν είναι ότι ο κόσμος γέλασε.

Είναι ότι κατάλαβε το έργο.

Γιατί στον Γιδά μπορεί να διαφωνούμε σε πολλά, αλλά ένα πράγμα το έχουμε κοινό. Μόλις πέσει η αυλαία, καταλαβαίνουμε πολύ γρήγορα ποιος έκανε τον ταχυδακτυλουργό, ποιος τον ακροβάτη και ποιος τον κλόουν. Και αυτή η ταμπέλα κολλάει πολύ πιο εύκολα απ' όσο ξεκολλάει.

 

Ο Αντιδήμαρχος