Ο Γιδάς, λοιπόν. Ο τόπος όπου η εβδομάδα δεν ξεκινά ποτέ ήρεμα και δεν τελειώνει ποτέ φυσιολογικά. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάτι θα πεταχτεί από το πουθενά για να σου θυμίσει ότι εδώ η πραγματικότητα έχει δικό της πρόγραμμα.

Δεν υπάρχει περίπτωση να περάσουν επτά μέρες χωρίς ένα νέο επεισόδιο που δεν συμβαίνει πουθενά αλλού — ούτε καν σε θεωρητικό επίπεδο. Πράγματα που άλλοι άνθρωποι δεν έχουν καν φανταστεί, εδώ γίνονται με τέτοια άνεση που λες πως υπάρχει μυστική σχολή «Πώς να ξαφνιάζεις τον κόσμο». Ο Γιδάς δεν είναι περιοχή· είναι συνεχής παραγωγή περιεχομένου. Και, μεταξύ μας, δεν προβλέπεται να τελειώσει ποτέ.

Η ΚΑΡΑΜΕΛΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΛΙΩΝΕΙ

Και κάτι τελευταίο που διαπίστωσα — γιατί κάθε εβδομάδα ο Γιδάς σου δίνει υλικό, αλλά τελευταία οι πρωταγωνιστές του έχουν αποκτήσει και… κοινή γραμμή άμυνας. Κάνουν ό,τι πιο παράξενο, ό,τι πιο αδιανόητο, ό,τι πιο «μόνο εδώ γίνεται» και μόλις τους ρωτήσεις ''τι στο καλό κάνετε ρε παιδιά;'', σου πετάνε την ίδια καραμέλα: «Αυτά γίνονται παντού». Με άνεση. Με αυτοπεποίθηση. Με ύφος «εγώ ξέρω, εσύ δεν ξέρεις».

Όχι, ρε μάγκες. Δεν γίνονται παντού. Μόνο εδώ γίνονται. Μόνο εδώ ευδοκιμούν. Μόνο εδώ ανθίζουν σαν εποχικό φυτό που φυτρώνει αποκλειστικά στον Γιδά. Και όσο μασάτε την ίδια καραμέλα, τόσο πιο πολύ φαίνεται ότι δεν έχετε ιδέα πόσο μοναδικά… αλλόκοτα είναι αυτά που κάνετε.

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΜΑΘΕ ΝΑ ΠΑΙΖΕΙ ΒΡΩΜΙΚΑ

Και πείτε μου τώρα… πού αλλού γίνεται αυτό; Σε ποια άλλη γωνιά της Ελλάδας — ή του πλανήτη — μπορεί κάποιος να ακούσει απλώς ένα όνομα, μια φήμη, μια ψιθυριστή πληροφορία ότι «αυτός θα είναι υποψήφιος» και να του γυρίσει το μάτι τόσο πολύ, ώστε να αρχίσει να χτυπάει τη δουλειά του ανθρώπου; Όχι πολιτικά. Όχι θεσμικά. Όχι με επιχειρήματα. Με… τηλέφωνα. Ναι, τηλέφωνα. Σε πελάτες. Του αντιπάλου.

Και τι να τους λέει; «Μην πας εκεί, πήγαινε αλλού». Λες και μιλάμε για καφενείο και όχι για επαγγελματική δραστηριότητα ανθρώπου που απλώς κάνει τη δουλειά του. Λες και η πόλη είναι προσωπικό του μαγαζί και μπορεί να μετακινεί πελατεία σαν να παίζει τάβλι. Αυτό δεν είναι πολιτική. Δεν είναι αντιπαράθεση. Δεν είναι καν κουτοπονηριά. Είναι μικρότητα. Είναι κακοήθεια. Είναι το απόλυτο «μόνο εδώ γίνονται αυτά».

Γιατί πραγματικά — μόνο εδώ μπορεί ο κάθε τυχαίος να θεωρεί ότι η εξουσία του επεκτείνεται μέχρι το ποιος θα ψωνίσει από ποιον. Και μόνο εδώ μπορεί να πιστεύει ότι τέτοιες κινήσεις δεν θα βγουν στη φόρα. Αλλά βγαίνουν. Και θα συνεχίσουν να βγαίνουν. Γιατί ο Γιδάς, όπως είπαμε, είναι ανεξάντλητος σε υλικό. Γιατί όταν αρχίζει ο κόσμος και μιλάει σημαίνει ότι σε έχει γραμμένο και δεν σε υπολογίζει.

ΤΟ ΜΕΝΟΣ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ… ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ

Και να σας πω και το καλύτερο; Το μένος — για να μην πω καμιά άλλη λέξη που θα με κόψει ο σκηνοθέτης — που κουβαλάει αυτός ο άνθρωπος μέσα στο κεφάλι του είναι τόσο μεγάλο, τόσο συμπαγές, τόσο μόνιμο, που δεν τον νοιάζει τίποτα.

Ούτε σχέσεις χρόνων, ούτε συνεργασίες, ούτε άνθρωποι που τον στήριξαν, ούτε τίποτα. Αν θεωρήσει ότι κάποιος «του χαλάει το σχέδιο», τον πετάει σαν χαλασμένη μπαταρία. Όχι ότι είχε ποτέ πραγματικές προσωπικές σχέσεις — ας μη γελιόμαστε. Αυτές υπάρχουν μόνο στα μυθιστορήματα. Στην πράξη, μιλάει μόνο όταν έχει κέρδος. Μόνο όταν υπάρχει κάτι να πάρει, κάτι να αρπάξει, κάτι να του δώσει πλεονέκτημα.

Αν δεν υπάρχει όφελος, δεν υπάρχει ούτε κουβέντα, ούτε χαμόγελο, ούτε «καλημέρα». Και όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται ότι το μένος δεν είναι παροδικό. Είναι μόνιμο χαρακτηριστικό. Είναι εργαλείο. Είναι τρόπος λειτουργίας. Είναι η «πολιτική γραμμή» του ανθρώπου: ό,τι δεν με εξυπηρετεί, το χτυπάω — κι ας καεί όλη η γειτονιά μαζί. Είναι ο χαρακτήρας του.

ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ

Το πιο εντυπωσιακό — και ταυτόχρονα το πιο θλιβερά κωμικό — είναι ότι δεν έχει καταλάβει πως τελείωσε. Ότι ο χρόνος του μετράει αντίστροφα, ότι του μένει ενάμιση χρόνος παρουσίας, και αυτό μόνο επειδή έτσι λειτουργεί το ημερολόγιο.

Η πραγματικότητα τον έχει αποχαιρετήσει εδώ και καιρό, αλλά εκείνος συνεχίζει σαν να είναι στο απόγειο της καριέρας του. Κάνει δηλώσεις, μιλάει με ύφος «δεν έχω αντίπαλο», λες και το λέει για να το πιστέψει ο ίδιος. Αν όντως δεν είχε αντίπαλο, δεν θα ανακατευόταν σε επαγγελματικά και προσωπικά θέματα ανθρώπων.

Δεν θα έπαιρνε τηλέφωνα, δεν θα έστηνε μικροπολιτικές ίντριγκες, δεν θα έτρεμε στην ιδέα ότι κάποιος άλλος μπορεί να σταθεί απέναντί του. Γιατί αυτό κάνει: τρέμει. Και το ξέρει. Ξέρει πολύ καλά τι έρχεται, ξέρει ποιος θα εμφανιστεί, ξέρει τι θα γίνει. Το πρόβλημα δεν είναι ότι τελείωσε.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορεί να το χωνέψει. Και όσο δεν το χωνεύει, τόσο πιο πολύ αποκαλύπτει τον φόβο του — αυτόν τον φόβο που προσπαθεί να κρύψει πίσω από μεγάλες κουβέντες και δήθεν αυτοπεποίθηση.

Η ΥΠΑΚΟΗ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ… ΕΞΕΤΑΣΗ

Κι εκεί που λες «εντάξει, αυτός είναι όπως είναι, τον ξέρουμε, δεν αλλάζει», εμφανίζεται το πραγματικά ανεξήγητο: οι άλλοι. Αυτοί που κάθονται, τον ακούν και κάνουν ό,τι τους λέει.

Αυτοί που είναι 50 χρονών, με δουλειές, οικογένειες, εμπειρίες, και δέχονται να τους λέει ο άλλος: «Με αυτόν θα μιλάς, με εκείνον όχι». Και το κάνουν. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας. Χωρίς να αναρωτηθούν αν έχουν δική τους κρίση.

Εδώ δεν μιλάμε για απλή επιρροή. Μιλάμε για περίπτωση προς μελέτη. Για υλικό που πρέπει να πάει σε ειδικό — όχι για να βγάλει άκρη, αλλά για να δημιουργήσει νέα κατηγορία στην ιατρική: «Ενήλικες που λειτουργούν σαν να έχουν remote control στο κεφάλι». Και το πιο τρομακτικό; Δεν το βλέπουν. Δεν καταλαβαίνουν ότι η τυφλή υπακοή τους δεν είναι πίστη, δεν είναι φιλία, δεν είναι πολιτική. Είναι απλώς… αποδοχή του παραλόγου.

ΟΙ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΛΕΝΕ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΟΥΝ

Και το πιο αστείο — αστείο με την έννοια του τραγικού — είναι ότι ούτε καν καταλαβαίνουν πως έχουν γίνει ο περίγελος. Φίλοι, γνωστοί, άνθρωποι που τους ξέρουν μια ζωή, τους κοιτάνε με εκείνο το βλέμμα «τι έπαθες, ρε;». Κι αυτοί; Τίποτα. Απτόητοι.

Σαν να ζουν σε δικό τους σύμπαν όπου όλα είναι φυσιολογικά και ο κόσμος απλώς δεν καταλαβαίνει το μεγαλείο τους. Δεν πειράζει. Ο καθένας με το μυαλό που κουβαλάει. Το έχουμε ξαναπεί: δικαίωμα του καθενός να λειτουργεί όπως θέλει.

Αλλά εμείς έχουμε κι ένα δικό μας δικαίωμα: να μην μας απασχολήσουν ξανά στη ζωή μας. Όταν τελειώσει όλο αυτό — και τελειώνει, όσο κι αν δεν το πιστεύουν — να μην κάνουν γυριστή. Να μην εμφανιστούν με ύφος «δεν έγινε τίποτα». Να μείνουν με τις παιδικές τους συμπεριφορές, με τις μικρότητες, με τις υπακοές τους, με τις καραμέλες τους. Γιατί, μεταξύ μας, όποιος επέλεξε να γίνει πιόνι, δεν μπορεί μετά να ζητήσει να γίνει βασιλιάς.

ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ ΟΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ… ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ «ΚΛΕΨΙΜΟ»

Και πάμε παρακάτω, γιατί ο Γιδάς δεν σταματά ποτέ. Τελείωσαν οι σύλλογοι τις εκδηλώσεις τους. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν έχουμε να κλέψουμε από κανέναν. Γιατί όσο γίνονταν εκδηλώσεις, βλέπαμε το γνωστό έργο: ο άλλος να τρέχει δύο μήνες, να στήνει, να οργανώνει, να ιδρώνει, και ξαφνικά να εμφανίζονται από τον Δήμο λες και την έκαναν αυτοί.

Να μπαίνουν μπροστά στις φωτογραφίες, να χαμογελάνε σαν να έστησαν ολόκληρο φεστιβάλ μόνοι τους και να γράφουν «άλλη μια επιτυχία». Μιλάμε για διαστρέβλωση που δεν θα μπορούσε να τη σκεφτεί κανένας φυσιολογικός άνθρωπος. Να παίρνεις έτοιμη δουλειά, να την παρουσιάζεις ως δική σου και να περιμένεις και χειροκρότημα. Μόνο στο Γιδά αυτά.

Μόνο εδώ μπορεί κάποιος να πιστεύει ότι η παρουσία του σε μια φωτογραφία ισούται με διοργάνωση εκδήλωσης. Και τώρα που τελείωσαν οι εκδηλώσεις; Τώρα… σιωπή. Γιατί χωρίς έτοιμη δουλειά να καρπωθούν, δεν υπάρχει υλικό για «επιτυχίες». Ο Γιδάς, όπως πάντα, προσφέρει θέαμα.

Αλλά το συγκεκριμένο επεισόδιο — το «κλέβω εκδηλώσεις και τις παρουσιάζω ως δικές μου» — είναι αποκλειστική παραγωγή. Μόνο εδώ. Μόνο έτσι. Μόνο με αυτή την άνεση.

Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ… ''ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ''

Και επειδή η συνήθεια σε κάποιους έγινε δεύτερη φύση, δεν χρειάζεται καν να γίνει κάτι εντός των ορίων μας για να το κλέψουμε. Μπορούμε να το κάνουμε και με άλλους. Το Σαββατοκύριακο η Νάουσα διοργάνωσε μια εκδήλωση με ρετρό αυτοκίνητα από σύλλογο της Χαλκιδικής.

Οι άνθρωποι, πριν φτάσουν στη Νάουσα, είπαν να κάνουν μια στάση να δουν ότι είναι όλοι μαζί, να πάρουν μια ανάσα και να συνεχίσουν προς την επίσημη διοργάνωση όπου ήταν καλεσμένοι. Και πού έκαναν τη στάση; Στον Γιδά.

Χάνεται τέτοια ευκαιρία; Φυσικά και όχι. Εδώ, αν περάσει κουνούπι από άλλη πόλη, θα βγει ανακοίνωση ότι «μας τίμησε με την παρουσία του». Πόσο μάλλον μια ολόκληρη πομπή από ρετρό αυτοκίνητα. Ξαφνικά, η στάση έγινε «εκδήλωση», η εκδήλωση έγινε «επιτυχία», και η επιτυχία έγινε «δική μας».

Μόνο στον Γιδά αυτά. Μόνο εδώ μπορεί μια απλή στάση για ξεκούραση να μετατραπεί σε υλικό για να χτιστεί άλλη μια φανταστική ιστορία. Και όσο υπάρχουν τέτοιες ευκαιρίες, θα συνεχίσουν να τις αρπάζουν — γιατί το κλέψιμο δεν είναι συμπεριφορά. Είναι… σύστημα λειτουργίας.

Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ… ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΙ ΝΑ ΚΛΕΨΟΥΜΕ

Και μιας και είπα Νάουσα, θυμήθηκα κι άλλο επεισόδιο από τη γνωστή σειρά «Μόνο στον Γιδά». Την προηγούμενη εβδομάδα έγινε το 2ο Φεστιβάλ Ψυχικής Υγείας στη Νάουσα.

Εκεί ήταν όλοι: σύλλογοι, ειδικοί, γιατροί, άνθρωποι που δουλεύουν πραγματικά, Δήμοι Βέροιας και Νάουσας, τα Παιδιά της Άνοιξης, οργανωμένες παρουσίες, σοβαρότητα, περιεχόμενο.

Μαντέψτε ποιος έλειπε. Ναι, αυτός. Θα μου πεις: «Ποιος θα σηκωθεί να τρέχει στη Νάουσα;» Σωστό. Για να συμμετέχει, να στηρίξει, να δείξει παρουσία σε κάτι που αφορά την κοινωνία; Αποκλείεται. Αν όμως είναι να κλέψουμε από τη Νάουσα; Αν είναι να περάσει κάτι από δω και να το παρουσιάσουμε ως δικό μας;

Αν είναι να βγει φωτογραφία που να μοιάζει σαν να είχαμε συμμετοχή; Εκεί… δεν τρέχει τίποτα. Εκεί η διάθεση ανεβαίνει. Γιατί η παρουσία σε σοβαρές εκδηλώσεις δεν μας αφορά. Η παρουσία σε εκδηλώσεις που μπορεί να καρπωθεί, μας αφορά πάρα πολύ.

Και αυτό, αγαπητοί μου, είναι άλλη μια απόδειξη ότι ο Γιδάς δεν είναι ένας τυχαίος τόπος. Είναι σχολή συμπεριφοράς. Μια σχολή όπου η απουσία γίνεται κανόνας και η παρουσία γίνεται επιλεκτική — μόνο όταν υπάρχει κάτι να «πάρουμε».

Η «ΑΔΕΙΑ» ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ

Και για να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν είναι εύκολη η δουλειά που κάνουν οι άνθρωποι. Θέλει κότσια, θέλει αντοχή, θέλει… υπογραφή. Γιατί δεν είναι και λίγο πράγμα να πρέπει να βάλεις την υπογραφή σου για να πάρει άδεια μια εκδιδόμενη επιχείρηση.

Μεγάλη ευθύνη, μεγάλο βάρος, μεγάλο… πελατολόγιο. Και όπως όλα τα μαγαζιά, έτσι κι αυτό χρειάζεται άδεια. Από πού την παίρνει; Από τον Δήμο — φυσικά. Εκεί, λοιπόν, αρχίζει το πραγματικό έργο. Γιατί δεν μιλάμε για απλή γραφειοκρατία.

Μιλάμε για λειτουργία με ρυθμούς νυχτερινού επαγγέλματος. Να ξέρεις ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει, ποιος ζητάει, ποιος πληρώνει, ποιος χρωστάει. Να έχεις άποψη για το ποιος «δικαιούται» άδεια και ποιος όχι.

Να νιώθεις ότι είσαι ο απόλυτος ρυθμιστής μιας αγοράς που δεν γράφεται σε κανένα επίσημο έγγραφο. Και κάπως έτσι, η υπογραφή γίνεται εργαλείο. Η άδεια γίνεται νόμισμα. Η διαδικασία γίνεται… εξουσία.

Όχι ότι πέφτουμε από τα σύννεφα. Στον Γιδά, η πραγματικότητα έχει δικούς της κανόνες — και κάποιοι έχουν μάθει να τους χρησιμοποιούν σαν να είναι ιδιωτικό τους μαγαζί. Και η απορία μου είναι αν έκαναν κι εκει αυτοψία όπως κάνουν στα καφέ και στα άλλα μαγαζιά πριν βάλουν την υπογραφή τους στην άδεια.

Η «ΔΟΥΛΕΙΑ» ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΕΝΗ ΑΙΜΟΡΡΑΓΙΑ

Και πάμε λίγο πιο μπροστά, για να δείτε πώς γίνονται οι «σωστές» δουλειές. Με πρόγραμμα. Με οργάνωση. Με τιμολόγιο που λάμπει. Για την ηχητική κάλυψη στην απελευθέρωση και στην παρέλαση της 28ης, πόσο λέτε να πληρώσουμε; 7.390 ευρώ μόνο.

Μόνο, έτσι; Χωρίς Πλατύ και Μελίκη — εκεί είναι άλλα. Εκεί είναι το έξτρα πακέτο. Αυτές είναι δουλειές, όχι αστεία. Αυτά είναι τα πραγματικά «έργα» που τρέχουν, όχι τα παραμύθια που λένε για δήθεν επιτυχίες.

Κι ενώ εδώ πέφτουν χιλιάρικα για ηχεία, ο άλλος θέλει απλώς να πουλήσει βαμβάκι. Και τι κάνουν; Παίρνουν τηλέφωνο τους πελάτες του να μην του πάνε το προϊόν, επειδή άκουσαν ότι μπορεί να είναι αντίπαλος στις επόμενες εκλογές.

Δηλαδή, να πέφτουν χιλιάδες ευρώ για ηχητικά, αλλά να κόβουν το μεροκάματο του άλλου επειδή… τόλμησε να υπάρχει. Αυτό δεν είναι πολιτική. Δεν είναι διοίκηση. Δεν είναι καν μικρότητα.

Είναι σύστημα εκδίκησης με δημοτικό λογότυπο. Και όσο πλησιάζει ο χρόνος, τόσο πιο πολύ θα φαίνεται ποιος φοβάται, ποιος τρέμει και ποιος ξέρει πολύ καλά τι έρχεται.

Ο ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΟΙΑΖΕΙ ΣΑΝ… ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Κι επειδή έπεσε στο μάτι μου ότι εγκρίθηκε ο τελευταίος προϋπολογισμός — και για να μη λένε οι τωρινοί ότι γράφω μόνο εναντίον τους — ας πούμε κι αυτό, μπας και τους βοηθήσουμε να μην βρεθούν μπροστά σε «απρόοπτα».

Γιατί απρόοπτα δεν υπάρχουν· υπάρχουν μόνο πράγματα που δεν ήθελες να δεις. Από όσους έχουν ακουστεί μέχρι τώρα ότι θα είναι υποψήφιοι στις επόμενες εκλογές, όλοι λένε το ίδιο: Υπογραφή ότι αναλαμβάνουν θα βάλουν μόνο όταν δουν ότι όλα τα οικονομικά στοιχεία είναι ΟΚ.

Σε καμία περίπτωση πιο πριν. Και ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Ότι κανείς δεν πρόκειται να φορτωθεί ξένα λάθη, ξένες τρύπες, ξένες «δουλειές» και ξένες… ηχητικές καλύψεις των 7.390 ευρώ. Όλοι περιμένουν να δουν τα νούμερα.

Όχι τις δηλώσεις, όχι τα χαμόγελα, όχι τις φωτογραφίες. Τα νούμερα. Και αυτό, αγαπητοί μου, είναι το πιο ξεκάθαρο σημάδι ότι κάποιοι ξέρουν πολύ καλά τι έρχεται. Ξέρουν ότι ο λογαριασμός δεν θα είναι απλώς μεγάλος — θα είναι ιστορικός. Και κανείς δεν θέλει να βάλει την υπογραφή του σε κάτι που δεν είναι δικό του. Όταν τελειώσει αυτός ο κύκλος, θα φανεί ποιος είχε θάρρος και ποιος είχε μόνο… φωτογένεια.

Η ΚΑΣΕΤΑ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΣΕ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

Κι αυτοί, ρε φίλε… λες και έχουν βάλει την ίδια κασέτα και πατάνε play κάθε φορά. Όλοι — μα όλοι — λένε το ίδιο πράγμα, με την ίδια σιγουριά, με το ίδιο ύφος, σαν να τους μάζεψες σε μια αίθουσα και τους είπες: «Παιδιά, αυτό θα λέμε από εδώ και πέρα». Και το λένε. Απαράλλαχτο. Σαν να είναι συνεννοημένοι.

Το θέμα είναι γιατί το λένε.Τι ξέρουν; Τι έχουν δει; Τι έχουν ακούσει; Γιατί όταν διαφορετικοί άνθρωποι, από διαφορετικές παρέες, με διαφορετικές πληροφορίες, επαναλαμβάνουν ακριβώς την ίδια φράση, τότε κάτι συμβαίνει. Κάτι που δεν ξέρουμε εμείς. Κάτι που δεν έχει βγει προς τα έξω.

Κάτι που τους έχει κάνει να κρατάνε αποστάσεις, να μην βιάζονται, να μην δεσμεύονται. Και το πιο ύποπτο; Το λένε με τρόπο που μοιάζει σαν να προετοιμάζονται για κάτι. Όταν όλοι επαναλαμβάνουν την ίδια ατάκα, δεν είναι σύμπτωση. Είναι σημάδι. Και στον Γιδά, τα σημάδια συνήθως δείχνουν ότι έρχεται επεισόδιο που θα γράψει ιστορία.

 

Ο Αντιδήμαρχος