Πας, λέει, ζωντανά σε συγκέντρωση, με το χαμόγελο του Αντιδημάρχου που νομίζει ότι όλα θα πάνε καλά, και πριν προλάβεις να πεις «καλησπέρα σας», σε πλακώνουν στα μπινελίκια λες και είσαι ο υπεύθυνος για την κλιματική αλλαγή, την ακρίβεια και το ότι δεν βρίσκουν πάρκινγκ στο Γιδά.
Και τι φαντάζεστε ότι έκανε μετα τα μπινελίκια; Βλέπει ότι σωτηρία δεν υπάρχει, οπότε το γυρίζει στις αμπελοφιλοσοφίες στο ίντερνετ. Αρχίζει να γράφω κατεβατά, σοφιστικέ, με τη βοήθεια του τσατ, μπας και γλιτώσει ό,τι γλιτώνεται. Αυτή είναι η κατάσταση σήμερα στην όμορφη πόλη του Γιδά, από αντιδημάρχους που κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν αλλά στην πραγματικότητα μια χαρά βλέπουν αυτό που έρχεται.

ΕΜΑΘΑ ΟΤΙ ΣΤΗ ΜΕΛΙΚΗ… ΕΠΕΣΕ ΤΟ ΓΙΟΥΧΑ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ
Λοιπόν για να μην μας λένε άλλα από αυτά που έγιναν… έμαθα ότι στη συγκέντρωση στη Μελίκη έπεσε γιούχα που θα το ζήλευε και ο πιο φανατικός οπαδός μετά από τριπλή χαμένη ευκαιρία στο 94’. Όχι τα συνηθισμένα μουρμουρητά, αυτά τα “άστον, δεν ξέρει τι λέει”. Μιλάμε για κραυγές, από αυτές που όταν είσαι πάνω στο βήμα δεν σε αφήνουν ούτε να συνεχίσεις, ούτε να θυμηθείς τι ήθελες να πεις. Και τότε αρχίζει το υπαρξιακό δίλημμα — το φαντάζομαι να παίζει στο μυαλό του ομιλητή σαν εσωτερικό μονόλογο σε θεατρική παράσταση: “Να κατέβω τώρα από το βήμα; Μην αγριέψει η κατάσταση και φύγει καμιά ντομάτα σε ευθεία τροχιά; Ή να περιμένω, μπας και τελειώσει το μαρτύριο μόνο του;” Γιατί, μεταξύ μας, όταν η Μελίκη αποφασίσει να γιουχάρει, ούτε ο Θεός του Γιδά δεν σε σώζει.

ΚΑΙ ΜΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΠΑ ΘΕΟΣ… ΘΥΜΗΘΗΚΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ
Και μιας και είπα Θεός — γιατί κάποιοι νομίζουν ότι είναι και τέτοιοι — θυμήθηκα κάτι από τα παλιά. Τότε που έκανε την παράσταση ο Σαμαράς, ανέβηκε στο βήμα και είπε ότι «ο ακατονόμαστος δεν είναι μαζί μας λόγω υποχρεώσεων». Και πριν προλάβει να πέσει η σιωπή, οι φωνές από κάτω ήταν ξεκάθαρες: «Καλά κάνει και δεν είναι!» Λες και άνοιξε η γη και βγήκε το κοινό να κάνει δηλώσεις. Και δεν είχε πολλά άτομα στην παράσταση για να πεις μικρό το κακό. Καμιά 2.000 κόσμο είχε μόνο. Ρε τι γίνεται; Αρχίζουν να μην σε θέλουν ούτε στις εκδηλώσεις; Πού φτάσαμε δηλαδή; Από κάπου ξεκινάει το κακό, θα μου πεις. Τον έναν τον είπαν «καλά κάνει και δεν είναι», τον άλλον τον πλακώσαν στα μπινελίκια στη Μελίκη… και τώρα όλοι περιμένουμε τη συνέχεια σαν να βλέπουμε σειρά στο Netflix. Μόνο που εδώ δεν έχει επεισόδια — έχει συγκεντρώσεις. Και το σασπένς είναι πάντα ζωντανό.

ΣΤΑ ΦΡΕΣΚΑ ΝΕΑ… ΤΑ ΕΤΟΙΜΟΡΟΠΑ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΕΝΑ–ΕΝΑ ΣΤΗ ΦΟΡΑ
Στα φρέσκα νέα, λοιπόν… τα ετοιμόρροπα δημοτικά κτίρια άρχισαν να κάνουν πασαρέλα. Δεν το λέω εγώ — ο Δήμος το λέει μόνος του, με τις αποφάσεις που παίρνει. ΔΑΚ Αλεξάνδρειας: μηδέν θεατές. Γήπεδο Παλαιοχωρίου: μηδέν θεατές. Κι όσο ξαναφτιάχνονται οι ομάδες στα χωριά, τόσο βγαίνουν κι άλλα στη φόρα. Γιατί, να τα λέμε όλα, στο Πλατύ η κερκίδα έχει τόσα χρόνια στην πλάτη της που αν είχε στόμα θα έλεγε «μη με ακουμπάτε, πονάω». Κι όμως, προχθές είχε τριακόσια άτομα πάνω της. Τριακόσια. Σαν να λέμε «δοκιμάστε την αντοχή μου, παιδιά». Κι εγώ βλέπω το έργο να έρχεται: σε καμιά βδομάδα θα σκάσει κι εκεί απαγορευτικό, και θα ψάχνουμε πάλι πού να βάλουμε τον κόσμο. Γιατί, μεταξύ μας, όταν τα κτίρια αρχίζουν να μιλάνε, συνήθως λένε: «Εγώ δεν κρατάω άλλο. Βρείτε αλλού να φωνάζετε.»

ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ… ΑΛΛΑ Η ΕΡΗΜΩΣΗ ΔΕΝ ΚΡΥΒΕΤΑΙ
Μακάρι να υπερβάλλω, μακάρι να τα βλέπω πιο μαύρα απ’ όσο είναι — αλλά δυστυχώς η ερήμωση που συμβαίνει στον Δήμο δεν έχει σωτηρία. Και δεν μιλάω για έναν τομέα. Μιλάω για όλους. Στον αθλητισμό δεν μπορείς να πας στο γήπεδο γιατί φοβάσαι μην πέσει η κερκίδα στο κεφάλι σου. Στον πολιτισμό νομίζουμε ότι ο κόσμος θέλει μόνο συναυλίες, λες και η κοινωνία είναι playlist και όχι άνθρωποι. Και οι δρόμοι; Μπαλώματα παντού. Μπαλώματα που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού, εκτός αν μιλάμε για χωριό του ’60 που το έπιασε ο σεισμός. Εδώ όμως είναι καθημερινότητα. Κάθε λακκούβα έχει και το δικό της χαρακτήρα: άλλες είναι ρηχές, άλλες βαθιές, άλλες σε κοιτάνε με βλέμμα “θα σε καταπιώ”. Κι εγώ βλέπω το ίδιο έργο να παίζεται ξανά και ξανά. Ό,τι ακουμπάς, ό,τι κοιτάς, ό,τι προσπαθείς να διορθώσεις… σου θυμίζει ότι κάτι έχει αφεθεί στην τύχη του. Και η τύχη, όπως ξέρουμε, δεν είναι καλός εργολάβος.

ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΟΛΑ ΑΥΤΑ… ΦΤΑΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 2026
Και μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι — γιούχα, μπινελίκια, ετοιμόρροπες κερκίδες, μπαλωμένους δρόμους και συναυλίες που νομίζουν ότι είναι πολιτισμός — φτάνουμε και στο τέλος του 2026. Πάει κι αυτός ο χρόνος. Κι όσο περνάει, το κουβάρι δεν λύνεται· μαζεύεται. Σφίγγει. Γίνεται κόμπος. Για τους νυν, τι να πω… Το βλέπω καθαρά: θα περιμένουν τον τελευταίο χρόνο για να σώσουν ό,τι σώζεται. Λες και ο χρόνος είναι γόμα και θα σβήσει όσα έχουν γίνει. Μέχρι τότε, θα συνεχίσουν να πατούν τα κορδόνια τους μόνοι τους — με τέτοια συνέπεια που στο τέλος θα τους δώσουμε και βραβείο αυτοσαμποτάζ. Κι όταν επιτέλους καταλάβουν τι έχουν κάνει, μάλλον θα είναι πολύ αργά. Γιατί η πόλη δεν περιμένει κανέναν. Η ερήμωση δεν κάνει παύση. Τα προβλήματα δεν μπαίνουν σε αναμονή. Κι ο κόσμος… ο κόσμος έχει ήδη αρχίσει να καταλαβαίνει.

ΝΑ ΠΩ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ…
Να πω και για τους απέναντι, γιατί δεν γίνεται να τους αφήσω έξω από το έργο — έχουν κι αυτοί τη δική τους… θεϊκή πινελιά. Και μιας και είπα «Θεός», ας εξηγήσω γιατί ο ακατονόμαστος θεωρεί τον εαυτό του τέτοιον. Όταν πηγαινοφέρνεις ανθρώπους σε θέσεις λες και είναι πιόνια σε τάβλι, χωρίς αντίδραση, χωρίς κουβέντα, χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας, ε κάπου μέσα σου αρχίζεις να πιστεύεις ότι δεν σε κουνάει κανένας. Ότι είσαι άτρωτος. Ότι είσαι πάνω από όλους. Και τότε έρχεται η απορία — αυτή η ωραία, η πικάντικη: Για ποιο λόγο, ρε μάγκες, φοράτε παντελόνια; Για να μην κρυώνετε; Γιατί αν είναι μόνο γι’ αυτό, υπάρχουν και ζεστές φούστες, μια χαρά, που μπορείτε να βάλετε. Τουλάχιστον θα ταιριάζουν με τη στάση σας: μαλακή, άνετη, χωρίς τσαγανό, χωρίς ίχνος αντίστασης. Και όσο τους βλέπω να αλλάζουν θέσεις σαν να παίζουν «μουσικές καρέκλες», τόσο καταλαβαίνω ότι το πρόβλημα δεν είναι οι καρέκλες. Είναι αυτοί που κάθονται πάνω τους.

ΣΤΟ ΜΕΤΑΞΥ… Ο ΑΚΑΤΟΝΟΜΑΣΤΟΣ ΤΑ ΞΕΡΕΙ ΟΛΑ
Στο μεταξύ — γιατί πάντα υπάρχει ένα «στο μεταξύ» σε αυτή την πόλη — το ωραίο της υπόθεσης είναι ότι ο ακατονόμαστος τα ξέρει όλα. Ποιος τον βρίζει, ποιος τον κατηγορεί, ποιος λέει λόγια, ποιος μουρμουράει, ποιος αναστενάζει… μέχρι και ποιος σκέφτεται να τον βρίσει αλλά δεν το κάνει. Έχει κάτι σαν εσωτερικό ραντάρ, ένα GPS κουτσομπολιού που πιάνει τα πάντα. Και τι κάνει; Απλό. Λέει: “Θα κάνω τώρα αυτό… και δεν θα πει κανένας κουβέντα.” Σαν να παίζει με τηλεκατευθυνόμενα. Σαν να δοκιμάζει μέχρι πού φτάνει η ανοχή. Σαν να βλέπει ανθρώπους όχι ως ανθρώπους, αλλά ως πειθήνια όργανα. Και το χειρότερο; Γίνεται ακριβώς έτσι. Καμία αντίδραση. Καμία κουβέντα. Καμία φωνή. Σαν παιδάκια νηπιαγωγείου που περιμένουν να τους πει η δασκάλα πότε θα πάνε για διάλειμμα. Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για παιδάκια — μιλάμε για ενήλικες που φοράνε παντελόνια. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν.

ΕΓΩ ΠΑΝΤΩΣ ΤΟ ΕΧΩ ΞΑΝΑΠΕΙ… ΑΛΛΑ ΑΣ ΤΟ ΠΩ ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΦΟΡΑ
Εγώ πάντως το έχω ξαναπεί — αλλά δεν πειράζει να το πω άλλη μια φορά, γιατί μερικά πράγματα πρέπει να γράφονται μέχρι να τα εμπεδώσουμε. Την πρώτη φορά που είχε βγει ο Κουτσογιάννης δήμαρχος στη Νάουσα, ξέρετε πώς βγήκε; Δεν είχε μηχανισμούς, δεν είχε στρατούς, δεν είχε “θεούς” και ακατονόμαστους. Μαζεύτηκε μια παρέα σε ένα καφέ και είπαν: «Πάμε να σώσουμε τη Νάουσα.» Ο ένας έβαλε λιγότερα, ο άλλος περισσότερα, πλήρωσαν τα βασικά, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς πασαλείμματα, χωρίς να παριστάνουν τους σωτήρες. Και βγήκαν με τη μία. Γιατί ο κόσμος είχε αγανακτήσει με τους προηγούμενους και ήθελε κάτι καθαρό, κάτι ανθρώπινο, κάτι που να μην μυρίζει εξουσία από χιλιόμετρο. Και το σκέφτομαι τώρα, μέσα στο 2026 που μας τελειώνει και μας τελειώνει άσχημα: Πόσο δύσκολο είναι τελικά να κάνεις το αυτονόητο; Να μην παίζεις με ανθρώπους σαν να είναι πιόνια; Να μην νομίζεις ότι είσαι Θεός επειδή δεν αντιδρά κανείς;

ΘΕΩΡΕΙΤΕ ΕΣΕΙΣ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΜΑΖΕΥΤΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ;
Θεωρείτε εσείς δύσκολο να μαζευτεί μια παρέα στο Γιδά και να κάνει το ίδιο; Και η παρέα να γίνει πλήθος; Το πιο εύκολο πράγμα, σας λέω εγώ. Γιατί έτσι θα γίνει. Δεν χρειάζονται ούτε στρατοί, ούτε μηχανισμοί, ούτε “θεοί” που κουνάνε το δάχτυλο. Μια παρέα χρειάζεται. Μια παρέα που θα πει «ως εδώ». Τώρα, ποιος θα είναι ο μπροστινός σε όλο αυτό… δεν ξέρω. Ή μάλλον ξέρω, αλλά καλό είναι να μην καεί από τώρα το όνομα του. Γιατί όταν το κουβάρι έχει αρχίσει να μαζεύεται, δεν θες να το τραβήξεις απότομα και να κοπεί. Θες να το λύσεις με τρόπο. Το μόνο σίγουρο; Δεν θα χρειαστεί να ιδρώσει για να πάρει τον Δήμο. Όταν ο κόσμος έχει φτάσει στο σημείο να γιουχάρει στη Μελίκη, να λέει «καλά κάνει και δεν είναι εδώ» στον Σαμαρά, να βλέπει κερκίδες να απαγορεύονται, δρόμους να μπαλώνονται και πολιτισμό να γίνεται playlist… τότε η αλλαγή δεν θέλει κόπο. Θέλει απλώς να εμφανιστεί.

ΤΟ ΠΙΟ ΔΥΣΚΟΛΟ… ΕΙΝΑΙ ΟΙ “ΚΑΛΟΙ” ΠΟΥ ΒΟΗΘΑΝΕ ΤΟΥΣ ΝΥΝ
Το πιο δύσκολο — και το λέω με πλήρη επίγνωση — δεν θα είναι να μαζευτεί η παρέα, ούτε να βρεθεί ο μπροστινός, ούτε να αλλάξει ο Δήμος. Αυτά λύνονται. Το δύσκολο θα είναι να αντιμετωπιστούν εκείνοι που θέλουν να βοηθήσουν τους νυν… περισσότερο κι από τους ίδιους τους νυν. Γιατί έχουμε κι από αυτούς. Από αυτούς που όταν πας να παίξεις και τρως δέκα γκολ, δεν λένε «να σηκωθούμε να φύγουμε». Λένε:«Να φάει κι ο επόμενος δέκα. Αφού δεν νίκησα εγώ, να μην νικήσει ούτε αυτός.» Κάτι σαν ποδοσφαιρική εκδίκηση, αλλά σε έκδοση δημοτική. Λες και ο Δήμος είναι πρωτάθλημα και ο στόχος δεν είναι να κερδίσει η ομάδα, αλλά να χάσει ο αντίπαλος. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο πιο επικίνδυνο είδος πολιτικής νοοτροπίας: “Αφού δεν μπορώ να φτιάξω κάτι, ας μην το φτιάξει κανένας.” Αυτοί είναι που θα δυσκολέψουν την παρέα. Όχι οι νυν. Όχι οι απέναντι. Όχι οι ακατονόμαστοι. Οι “καλοθελητές” που θέλουν να μείνει ο Δήμος όπως είναι — ερειπωμένος, μπαλωμένος, γιουχαρισμένος — μόνο και μόνο για να μην δικαιωθεί κανένας άλλος.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΟΝΟΜΑ… ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΑΚΟΥΜΠΑΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ
Σε όλους αυτούς, λοιπόν — τους «καλοθελητές», τους μόνιμους θεατές, τους δήθεν σκληρούς που στο τέλος γίνονται μαξιλαράκια για τους νυν — έχω να πω το εξής: υπάρχει ένα όνομα που δεν το ακουμπάει τίποτα και κανένας. Ένα όνομα που δεν χρειάζεται φωνές, δεν χρειάζεται γιούχα, δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι κάτι. Είναι μπροστινός, ναι. Αλλά δεν έχει πάρει ακόμα την τελική απόφαση. Και αυτό είναι που τους τρώει όλους. Γιατί νοιάζεται για τον τόπο του. Γιατί βλέπει ότι οι άλλοι κάνουν ένα βήμα μπροστά και δέκα πίσω — σαν χορογραφία που δεν βγαίνει ποτέ σωστά. Γιατί βλέπει ότι το κουβάρι έχει γίνει κόμπος και κάποιος πρέπει να το λύσει πριν σπάσει. Και όταν πει το μεγάλο ναι…Πιστέψτε με: όλα θα έχουν τελειώσει πριν καν αρχίσουν. Όχι επειδή θα κάνει θαύματα. Όχι επειδή θα φέρει μαγικές λύσεις. Αλλά επειδή ο κόσμος έχει ήδη αποφασίσει. Και όταν ο κόσμος αποφασίζει, δεν χρειάζεται ούτε στρατηγικές ούτε μηχανισμούς — μόνο μια σπίθα.

ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΡΙΟΤΕΡΟ… Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΠΙΣΩ
Και το κυριότερο από όλα αυτά που λέω — και το λέω με πλήρη επίγνωση — είναι ότι στον συγκεκριμένο που σας λέω θα κάνει πίσω μέχρι και ο σημερινός. Γιατί; Γιατί δεν είναι κορόιδο. Δεν πρόκειται να βάλει λεφτά — κι ας μην είναι δικά του — για να τα χάσει. Έχει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Σου λέει: «Τόσα χρόνια καλά περάσαμε. Ας ξεκουραστούμε τώρα.» Και δεν έχει άδικο. Γιατί όταν βλέπεις το καράβι να μπάζει νερά από παντού, δεν πας να κάνεις τον ήρωα. Πας να βγεις από το πλάνο με το κεφάλι ψηλά. Δεν χρειάζεται να φύγεις χαμένος. Μπορείς να πεις:«Ωραία ήταν μέχρι εδώ. Ας έρθουν άλλοι να δούμε τι μπορούν να κάνουν.» Και αυτό ακριβώς θα γίνει. Όταν ο άλλος — αυτός που δεν τον ακουμπάει κανένας — πει το μεγάλο ναι, ο σημερινός θα κάνει στην άκρη με την ηρεμία του ανθρώπου που ξέρει ότι το έργο του τελείωσε. Όχι με φασαρίες και με δράματα. Με μια απλή, καθαρή σκέψη: «Ήρθε η ώρα.» Που μεταξύ μας ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από Ευθύνης.

Η ΠΑΓΩΝΗ ΜΑΣ ΤΡΟΜΑΖΕ ΣΤΟΝ ΚΟΡΟΝΟΪΟ, Η ΠΑΓΩΝΗ ΜΑΣ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΤΩΡΑ
Να πω και για Μαζώ; Το κακό έγινε. Πάει ο άνθρωπος. Και δεν με νοιάζει τι έκανε στην προσωπική του ζωή, γιατί δεν πέθανε από αυτό, αλλά από κάποιους που το έπαιζαν γιατροί. Και που ξαφνικά δεν τους γνωρίζει κανένας. Άλλο θέλω να πω. Κοιτάω όλους αυτούς που βγαίνουν και λένε τα δικά τους. Που κονομούσαν από αυτην την υπόθεση και άλλες πολλές, αλλά τώρα φόρεσαν το κοστούμι, του ''δεν ξέρω τίποτα''. Κι όσο έλυσαν το θέμα τότε με τον κορονοϊό, άλλο τόσο θα το λύσουν και τώρα. Γιατί το λέω αυτο; Η Παγώνη έβγαινε τότε και τρομαζε τον κόσμο, οχι μονο με αυτά που έλεγε, αλλά και με την παρουσία της, η Παγώνη βγαίνει και τώρα. Είναι σα να λέμε ''α, καλά''. Κατά τ΄ άλλα ετοιμαστείτε να δείτε στο MEGA ρεπορτάζ πόσα τέτοια ιατρεία σαν του Κολωνακίου κυκλοφορούν στην Ημαθία. Θα καταλάβετε για τι κόσμο μιλάμε κι ακόμη χειρότερα, τον πραγματικό λόγο που έχουμε τα χάλια μας σαν χώρα.
Ο Αντιδήμαρχος




























































