Θα το ξεκινήσω ποδοσφαιρικά, γιατί καμιά φορά το γήπεδο τα λέει καλύτερα από τα καφενεία. Όταν δεν σέβεσαι τον αντίπαλο, η σφαλιάρα έρχεται σίγουρα. Και το ωραίο; Δεν έρχεται από εκεί που την περιμένεις. Έρχεται από τη γωνία που κοιτούσες… αλλά για άλλον λόγο.
Μετά κάθεσαι και αναρωτιέσαι «μα καλά, πώς την πάτησα έτσι;». Ε, την πάτησες γιατί νόμιζες ότι παίζεις μόνος σου. Ότι οι άλλοι είναι ακόμα για ζέσταμα. Κι έτσι όπως πας χαλαρός, σου ρίχνει ο άλλος μια φάπα που σου αλλάζει πλευρό. Το ίδιο γίνεται και στην πολιτική. Όποιος νομίζει ότι έχει το παιχνίδι στο τσεπάκι, στο τέλος ψάχνει να βρει ποιος του πήρε το παντελόνι.

Ολυμπιακός χωρίς ΠΑΟ; Ρεάλ χωρίς Μπαρτσελόνα; Άντε γεια…
Για να ξέρουμε τι λέμε: Ολυμπιακός χωρίς ΠΑΟ δεν υπάρχει. Όπως δεν υπάρχει Ρεάλ χωρίς Μπαρτσελόνα. Αυτά είναι ζευγάρια που πάνε πακέτο, σαν φραπέ με τσιγάρο. Κι έρχεται τώρα ένας «παράξενος» στη Ρεάλ που βάζει τάχα για να βγει πρόεδρος και λέει ότι θέλει τη Μπαρτσελόνα στη Β’ Εθνική. Να εξαφανιστεί, λέει. Ναι, καλά. Άκου να δεις τι θα γίνει: χαμπάρι δεν θα πάρει πώς θα χάσει τις εκλογές. Γιατί όταν πας να εξαφανίσεις τον αντίπαλο, στο τέλος εξαφανίζεσαι εσύ. Το ποδόσφαιρο έχει κάτι κανόνες άγραφους. Αν δεν τους ξέρεις, σε μαθαίνει με τον δύσκολο τρόπο. Και μετά κάθεσαι και λες «μα πώς την πάτησα;». Ε, την πάτησες γιατί νόμιζες ότι το γήπεδο είναι δικό σου. Δεν είναι. Είναι όλων.

Ποδοσφαιροποίηση; Μα ήδη παίζουν…
Το ίδιο ακριβώς γίνεται και με όσους ασχολούνται με την πολιτική. Δεν είναι τυχαίο που λένε για ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής — εδώ μιλάμε ότι έχουν μπει κανονικά στο γήπεδο, με παπούτσια, κάλτσες και σορτσάκια. Δεν γίνεται να λες ότι «δεν τον βλέπεις» τον αντίπαλο και ότι «θα τον καταπιείς». Αυτά τα λένε κάτι προπονητές της εξέδρας πριν φάνε τρία γκολ στο πρώτο δεκάλεπτο. Γιατί όταν υποτιμάς τον άλλον, τρως την κατραπακιά και μετά κάθεσαι και λες «μα πώς έγινε;». Στην πολιτική, όπως και στο ποδόσφαιρο, όποιος νομίζει ότι είναι Ρεάλ και οι άλλοι είναι… χωριό, στο τέλος βλέπει το σκορ και δεν το πιστεύει.

Ο όμορφος Γιδάς και τα ωραία του
Για ποιον κάνω όλο αυτόν τον πρόλογο; Μα για τον όμορφο Γιδά, που δεν θα σταματήσει ποτέ να μας εκπλήσσει με τα ωραία του. Εκεί που λες «εντάξει, τα είδαμε όλα», τσουπ, σου σκάει άλλο ένα και λες «όχι, δεν τα είχαμε δει». Για συναντήσεις κρυφές και φανερές μαθαίνω ότι γίνονται. Και κει, ο καθένας βάζει το εγώ του στις παραμέτρους που υπάρχουν. Άλλος λέει «εγώ είμαι ο σωτήρας», άλλος «εγώ είμαι ο εκλεκτός», κι άλλος «εγώ είμαι ο μόνος που ξέρει». Στο τέλος, βέβαια, όλοι ξέρουν… μέχρι να έρθει η κάλπη και να τους θυμίσει ότι ο Γιδάς έχει δικό του χιούμορ. Και δεν συγχωρεί εύκολα όσους νομίζουν ότι τον έχουν στο τσεπάκι.

Όταν το “όλοι μαζί” έχει… αστερίσκους
Δεν γίνεται, δηλαδή, να λες ότι «πάμε όλοι μαζί να κάνουμε μια προσπάθεια για να αλλάξουμε τον τόπο», αλλά την ίδια στιγμή να βάζεις και βέτο για το ποιοι θα είναι αυτοί οι «όλοι». Αυτό δεν είναι ενότητα· αυτό είναι «όλοι μαζί, αλλά μόνο όσοι μου αρέσουν». Κάπως σαν να λες ότι κάνεις πάρτι ανοιχτό για όλους, αλλά στην πόρτα έχεις πορτιέρη που κόβει κόσμο με το μάτι. Και μετά απορείς γιατί δεν σου βγαίνουν τα κουκιά. Στον όμορφο Γιδά, αυτά δεν περνάνε. Εδώ ο καθένας έχει άποψη, εγωισμό και… καφενείο. Αν θες πραγματικά «όλοι μαζί», τότε θα τους πάρεις όλους. Με τα καλά τους, τα στραβά τους και τα κουσούρια τους. Αλλιώς, μην το λες. Πες «όλοι μαζί, αλλά με προϋποθέσεις».

Οι εχθροί… και οι εχθροί των εχθρών
Και απ’ ό,τι μαθαίνω, ο καθένας εκεί μέσα έχει από έναν μέχρι και… περισσότερους εχθρούς. Λογικό. Άμα μπουν πολλοί σε ένα δωμάτιο, κάποιος θα πατήσει το πόδι κάποιου άλλου. Το να μην τα έχεις καλά με κάποιον, πάει στο καλό· άνθρωποι είμαστε. Το να θες όμως αυτόν που δεν τα έχεις καλά εσύ να μην τα έχουν και οι άλλοι, ε, αυτό δεν έχει λογική. Είναι σαν να τσακώνεσαι με τον γείτονα και να απαιτείς από όλη τη γειτονιά να μην του λέει ούτε καλημέρα. Έτσι δεν γίνεται δουλειά. Έτσι μόνο μεγαλώνει η λίστα με τους «εχθρούς» και μικραίνει η λίστα με όσους σε παίρνουν στα σοβαρά. Και μετά αναρωτιούνται γιατί δεν τους βγαίνουν τα κουκιά. Μα πώς να βγουν, όταν ο καθένας θέλει να διαλέγει και τους φίλους… των φίλων του.
Το “καινούργιο” που μοιάζει… παλιό
Και για να πούμε και τη μαύρη αλήθεια: αν έχετε τέτοια συμπεριφορά, ποια ακριβώς είναι η διαφορά σας από τους σημερινούς; Γιατί αυτοί έχουν κάνει μόδα το «οι δικοί μας εχθροί πρέπει να είναι εχθροί όλων». Και τώρα βλέπω ότι κι εσείς, που λέτε ότι εκπροσωπείτε το «καινούργιο», πατάτε πάνω στην ίδια συνταγή. Δηλαδή τι αλλάζει; Το περιτύλιγμα; Γιατί το περιεχόμενο ίδιο είναι. Αντί να πείτε «ας τα βρούμε, ας μιλήσουμε, ας κάνουμε κάτι όλοι μαζί», αρχίζετε τα βέτο, τις λίστες, τα «αυτόν δεν τον θέλω», «εκείνον να τον κόψετε». Έτσι δεν γίνεται δουλειά. Έτσι μόνο αποδεικνύετε ότι δεν είστε το νέο· είστε το ίδιο παλιό, απλώς με φρέσκια ταμπέλα. Και ο Γιδάς αυτά τα πιάνει στον αέρα.

Το καράβι και ο λάθος δρόμος
Κανονικά, αυτός — ή αυτοί — που θέλουν να ηγηθούν της νέας κίνησης, θα έπρεπε να το ξεκόψουν από την αρχή. Να πουν: «Αυτοί είμαστε. Όποιος θέλει το καλό του τόπου, είναι ευπρόσδεκτος». Τόσο απλά. Αν όμως πριν καν ξεκινήσετε μπαίνετε σε συμβιβασμούς, παζάρια και προσπάθειες να τα βρείτε μεταξύ σας, συγγνώμη, αλλά το καράβι έχει πάρει ήδη λάθος δρόμο. Γιατί αν από τώρα αρχίζουν τα «αυτόν δεν τον θέλω», «εκείνον να τον βγάλετε», «ο άλλος να μην μπει», τότε σας βλέπω το βράδυ των εκλογών να κλαιτε με μαύρο δάκρυ

Όταν ξεκινάς και κουβαλάς… παλιά κουσούρια
Και για να μη μασάμε τα λόγια μας απλά πείτε μας ποια είναι η διαφορά σας από αυτούς που σήμερα κατηγορείτε; Γιατί οι τωρινοί έχουν κάνει επιστήμη το «όποιος δεν είναι δικός μας, είναι απέναντι». Και βλέπω ότι κάποιοι από εσάς, που υποτίθεται πως φέρνετε νέο αέρα, πατάτε πάνω στο ίδιο μοτίβο. Αντί να ανοίξετε πόρτες, αρχίζετε να μετράτε ποιος χωράει και ποιος όχι. Αντί να δείξετε ότι αλλάζει η νοοτροπία, αναπαράγετε την ίδια συνταγή με άλλο περιτύλιγμα. Κι όταν το “καινούργιο” μοιάζει τόσο πολύ με το “παλιό”, ο κόσμος το καταλαβαίνει πριν καν του το πεις. Και τότε, όσο κι αν φωνάζετε για αλλαγή, ο Γιδάς απλώς σηκώνει το φρύδι και λέει: «Αυτά τα έχουμε ξαναδεί».

Όταν τα “μυστικά” γίνονται… δελτίο ειδήσεων
Και το χειρότερο απ’ όλα δεν είναι ούτε οι κόντρες ούτε τα βέτο. Είναι ότι δεν μπορείτε να κρατήσετε το στόμα σας κλειστό. Τα καφενεία έχουν βουίξει από αυτά που —υποτίθεται— λέτε ψιθυριστά το προηγούμενο βράδυ. Μόνο που κάποιοι από εσάς είναι πιο λαλίστατοι κι από ραδιοφωνικό παραγωγό στις 7 το πρωί. Και ξέρετε πώς πάει το έργο σε τέτοιες περιπτώσεις: μια κουβέντα γίνεται δύο, οι δύο γίνονται τέσσερις, και μέχρι να φτάσει ο καφές στο τραπέζι, όλο το χωριό ξέρει ποιος είπε τι, πού και γιατί. Αν έτσι λειτουργείτε πριν καν ξεκινήσετε, φαντάσου τι έχει να γίνει όταν αρχίσουν τα δύσκολα. Γιατί αν τα “μυστικά” σας ταξιδεύουν πιο γρήγορα κι από υπερταχεία στην Ιαπωνία, τότε το πρόβλημα δεν είναι οι αντίπαλοι — είναι η ίδια η παρέα.
Η ιστορία που φουσκώνει όσο ταξιδεύει
Από στόμα σε στόμα η ιστορία γίνεται όλο και πιο τραγική. Ο καθένας προσθέτει το κατιτίς του, άλλος λίγο δράμα, άλλος λίγο κουτσομπολιό, κι άλλος βάζει και φαντασία για να δέσει το γλυκό. Και στο τέλος της ημέρας, αυτό που μένει είναι η γνωστή ατάκα: «Μα το είπε ο τάδε, που είναι κολλητός με τον μπροστινό, που του το είπε εκείνος». Κάπως έτσι γεννιούνται οι μύθοι στον Γιδά. Ένα τίποτα γίνεται έπος, μια κουβέντα γίνεται σενάριο, κι ένα βλέμμα γίνεται… πολιτική ανάλυση. Α ρε αθάνατε Γιδά. Δεν θα αλλάξεις ποτέ. Εδώ ακόμα και τα κουτσομπολιά έχουν δική τους παράδοση. Και μετά απορούν γιατί τίποτα δεν μένει κρυφό. Μα πώς να μείνει, όταν για το προσωπικό του συμφέρον ο καθένας τα μεταφέρει όπως εξυπηρετούν τον ίδιο.

«Τους έχουμε για πρωινό»
Και με όλο αυτό το σκηνικό να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, δεν έχουν κι άδικο οι σημερινοί που γελάνε και λένε «τους έχουμε για πρωινό». Σου λέει: αν δεν μπορούν πρώτα να συνεννοηθούν μεταξύ τους για το ποιος θέλει ποιον, πώς ακριβώς θα έρθουν μετά να αναμετρηθούν και μαζί μας; Κάθονται οι άλλοι και βλέπουν το μπάχαλο από μακριά και τρίβουν τα χέρια τους. Γιατί όταν μια ομάδα τσακώνεται στα αποδυτήρια πριν καν μπει στο γήπεδο, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Και όσο οι «νέοι» παλεύουν να λύσουν εσωτερικά σταυρόλεξα, οι «παλιοί» απλώς απολαμβάνουν το θέαμα. Έτσι είναι: όταν δίνεις μόνος σου επιχειρήματα στον αντίπαλο, δεν χρειάζεται να κουραστεί καθόλου. Απλώς περιμένει να αυτοτραυματιστείς.

Όταν τους σπρώχνεις… πάνε απέναντι
Και το πιο αστείο — ή τραγικό, ανάλογα πώς το βλέπεις — είναι ότι όσοι ακούνε πως «δεν τους θέλουν στην ομάδα», κάνουν πάντα το ίδιο πράγμα. Μαθηματικά βέβαιο. Θα πάνε απέναντι. Όχι επειδή το είχαν στο μυαλό τους, ούτε επειδή ξύπνησαν στραβά. Αλλά γιατί κάποιοι τους έσπρωξαν εκεί. Όταν ένας άνθρωπος νιώσει ότι τον πετάς έξω, δεν θα κάτσει να σε παρακαλέσει. Θα πάει στον αντίπαλο και θα πει «εδώ τουλάχιστον μετράνε ότι υπάρχω». Κι έτσι, αντί να μικραίνει το χάσμα, μεγαλώνει. Και μετά κάθεστε και απορείτε πώς γίνεται να δυναμώνει η άλλη πλευρά. Μα πώς να μη δυναμώσει, όταν της στέλνετε κόσμο με το καρότσι; Όποιος δεν χωράει στο τραπέζι, θα κάτσει στο διπλανό. Και πολλές φορές, εκεί τρώει καλύτερα.

Όταν νομίζεις ότι όλα είναι δεμένα…
Κι έτσι, εκεί που νομίζετε ότι όλα είναι δεμένα από κάθε πλευρά, ότι έχετε τους πάντες στο πλευρό σας και ο αντίπαλος δεν βρίσκει ούτε μαντίλι να κλάψει, καταφέρνετε — με τις δικές σας κινήσεις — να του γεμίσετε όχι μόνο την ομάδα, αλλά και τον πάγκο. Γιατί όταν κάποιος νιώσει ότι τον αφήνετε απ’ έξω, δεν θα κάτσει να περιμένει. Θα πάει εκεί όπου τον υποδέχονται χωρίς δεύτερη κουβέντα. Κι όσο εσείς πιστεύετε ότι έχετε «κλειδώσει» το παιχνίδι, τόσο οι άλλοι μαζεύουν κόσμο, ιδέες και… κίνητρο. Έτσι γίνονται οι ανατροπές: όχι επειδή ο αντίπαλος είναι δυνατός, αλλά επειδή εσείς του δίνετε δώρα χωρίς να το καταλαβαίνετε. Και μετά μένετε με την απορία πώς γέμισε το απέναντι στρατόπεδο. Μα πώς να μη γεμίσει, όταν του στέλνετε παίκτες με κορδέλα.

Το άλλοθι που τους χαρίζετε
Και το κακό σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι, ενώ οι σημερινοί έχουν κάνει ένα εκατομμύριο γκάφες και τα έχουν μπερδέψει όσο δεν πάει, με τις κινήσεις που βλέπουν από εσάς βρίσκουν ξαφνικά άλλοθι. Ποιο εκατομμύριο θα μου πεις. Έχουν κάνει και τίποτα σωστό εδώ και τόσα χρόνια; Αλλά σου λέει ο άλλος: «Αυτοί δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Θα μπορέσουν να διοικήσουν ολόκληρο δήμο;». Κι εκεί που θα έπρεπε να ντρέπονται για τα χάλια τους, ξαφνικά σηκώνουν κεφάλι και παριστάνουν τους σοβαρούς. Γιατί όταν δίνεις την εικόνα ότι τσακώνεσαι για τα βασικά πριν καν ξεκινήσεις, τους προσφέρεις το τέλειο επιχείρημα στο πιάτο. Και το χρησιμοποιούν χωρίς δεύτερη σκέψη. Έτσι λειτουργεί το παιχνίδι: όταν ο αντίπαλος βλέπει μπροστά του χάος, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα. Απλώς περιμένει να αυτοαναιρεθείς.

Τα κονδύλια και οι “μάγκες”
Κι όταν λέω ότι τα έχουν κάνει όλα χάλια, δεν μιλάω για αερολογίες. Μιλάω για πραγματικά γεγονότα. Ψάχνουν να βρουν ας πούμε γιατί δεν καθαρίζουν οι παιδικές χαρές. Ο ένας λόγος είναι ότι δεν έχουν πιστοποίηση. Ο άλλος, πιο… πικάντικος, είναι ότι μέσα στον δήμο υπάρχει κάποιος “μάγκας” που πρόλαβε να πάρει το κονδύλι που αφορούσε τις παιδικές χαρές και άφησε τους υπόλοιπους με το πουλί στο χέρι. Τόσο απλά. Καθάρισε εκεί που ήθελε αυτός. Δεν είναι δύσκολο να βρείτε ποιος είναι. Και μετά αναρωτιούνται γιατί οι γονείς φωνάζουν, γιατί τα παιδιά παίζουν μέσα στα χόρτα και γιατί οι φωτογραφίες τους στα social δείχνουν σκουριασμένες κούνιες. Μα πώς να μην είναι έτσι, όταν τα λεφτά πήγαν αλλού και κανείς δεν μιλάει; Στον Γιδά, αυτά δεν είναι φήμες — είναι καθημερινότητα. Και όσο οι “μάγκες” κάνουν κουμάντο, οι παιδικές χαρές θα μένουν παιδικά όνειρα.

Τα 80 χιλιάρικα της… κούνιας
Και το χειρότερο όλων δεν είναι ότι οι παιδικές χαρές ρημάζουν. Είναι τα λεφτά που έχουν δοθεί γι’ αυτές. Γιατί όταν η πιο φτηνή κοστίζει 80 χιλιάρικα, κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Τι ακριβώς έχει μέσα; Χρυσές τσουλήθρες; Ασημένιες κούνιες; Πέντε παιχνίδια είναι όλα κι όλα — και το κόστος μοιάζει με προϋπολογισμό μικρού έργου. Εκεί είναι που λες «εδώ είμαστε, αλλουνού παπά ευαγγέλιο». Γιατί όταν πέφτουν τέτοια ποσά και το αποτέλεσμα είναι χόρτα, σκουριά και σπασμένα παγκάκια, δεν μιλάμε για αμέλεια. Μιλάμε για κακοδιαχείριση με το κεφαλαίο Κ. Και μετά σου λένε ότι δεν έχουν πιστοποιήσεις. Πώς να έχουν όμως, όταν τα λεφτά εξαφανίστηκαν πριν καν φτάσει ο εργολάβος;

Ο πρόεδρος, ο παπάς και τα… μαντριά
Και τώρα που είπα παπάς, να τα λέμε όλα. Θυμάστε που σας έλεγα ότι όποιος κατεβαίνει υποψήφιος πρέπει να τα ’χει καλά με τον πρόεδρο και τον παπά του χωριού; Ε, δεν χρειάζεται να πάμε μακριά για παράδειγμα. Δείτε τι έκανε ο Μητσοτάκης. Έδωσε 100% αύξηση στους μισθούς των μητροπολιτών. Τυχαίο; Όχι βέβαια. Σου λέει: «Αυτοί με μια κουβέντα βάζουν τα πρόβατα στο μαντρί. Άσε να έχω το κεφάλι μου ήσυχο». Γιατί εδώ δεν μιλάμε για πολιτική στρατηγική — μιλάμε για παλιά, δοκιμασμένη συνταγή. Όποιος κρατάει το ποίμνιο, κρατάει και την ψήφο. Και στον Γιδά, αυτά δεν είναι θεωρίες. Είναι καθημερινότητα. Ο παπάς λέει μια κουβέντα στο καφενείο και την άλλη μέρα την ξέρει όλο το χωριό. Κι έτσι, πριν καν αρχίσει η προεκλογική περίοδος, κάποιοι έχουν ήδη κάνει το σταυρό τους… και την δουλειά τους.

Όταν τρέχεις πίσω από το τρένο που έχει ήδη φύγει
Πού να τα ξέρουν όμως αυτά οι σημερινοί; Αυτοί ακόμα προσπαθούν να βάλουν σε σειρά τα δικά τους. Να δουν ποιος θέλει ποιον, ποιος αντέχει ποιον και ποιος δεν μιλιέται με ποιον. Και μέχρι να τελειώσουν με αυτές τις παιδικές ασκήσεις ισορροπίας, θα έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος. Μετά θα ξεκινήσουν να τριγυρνάνε στα χωριά, να ψάχνουν ανθρώπους που “κάνουν κουμάντο” — ή μάλλον που νομίζουν ότι κάνουν κουμάντο. Κάτι τύπους που αυτοπροβάλλονται, που λένε «εμένα να ακούς, εγώ ξέρω», αλλά στην πραγματικότητα δεν ξέρουν ούτε τι ώρα είναι. Κι όσο οι άλλοι θα τρώνε το παραμύθι, το πουλάκι θα έχει πετάξει. Γιατί η πολιτική δεν περιμένει κανέναν. Όποιος δεν ξέρει πού να πάει και με ποιον να μιλήσει, μένει πίσω. Και στον Γιδά, αν μείνεις πίσω, δεν σε σώζει ούτε ο παπάς ούτε ο πρόεδρος. Αυτά για σήμερα. Μέχρι το 2028 θα δούμε πολλά παράξενα. Να δούμε μόνο ποιος θα αντέξει. Γιατί χρόνος σημαίνει φθορά. Και η φθορά ισχύει για όλους. Ακόμα και για όσους πιστεύουν ότι ο κόσμος γυρίζει γύρω από αυτούς. Γιατί άλλο το 2015 κι άλλο το 2028. Η ιστορία εξάλλου έχει δείξει και στο παρελθόν πολλά τέτοια που δεν εγιναν παραδείγματα και συνεχίζουν να γίνονται. Και να θυμηθείτε ότι πάλι θα έχουμε επανάληψη της ιστορίας
Ο Αντιδήμαρχος.



























































