Το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνόμπιλ το 1986 παραμένει ένα από τα πιο φορτισμένα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας, όχι μόνο για την Ευρώπη αλλά και για την Ελλάδα.

Το ραδιενεργό νέφος που έφτασε στη χώρα μας στις 5 Μαΐου εκείνης της χρονιάς προκάλεσε πανικό, ακραίες αντιδράσεις και μια σειρά από κοινωνικές συνέπειες που, όπως αποδεικνύεται σήμερα, δεν δικαιολογούνταν από τα πραγματικά επίπεδα ραδιενέργειας.

Όπως αναφέρεται στο κείμενο, «εκεί πέρα που το εργαστήριο μετρούσε μία καθημερινότητα που έδειχνε τρία, ξαφνικά βρέθηκε η καθημερινότητα να δείχνει 33», μια ένδειξη ότι το νέφος είχε φτάσει, αλλά όχι σε επικίνδυνες ποσότητες.

Η Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 δεν διέθετε τα μέσα για άμεση και ακριβή αξιολόγηση της κατάστασης. Τα εργαστήρια κατακλύστηκαν από πολίτες που έφερναν γάλα, τυρί και χόρτα για έλεγχο, ενώ ο φόβος για τερατογενέσεις οδήγησε –αδικαιολόγητα, όπως τονίζουν οι ειδικοί– σε χιλιάδες εκτρώσεις.

Παράλληλα, η πολιτική πόλωση της εποχής ενίσχυσε τη σύγχυση, με εφημερίδες να μιλούν είτε για «αντισοβιετικό νέφος» είτε για «πυρηνική κόλαση».

Η χαρτογράφηση που πραγματοποίησε το ΕΜΠ έδειξε ότι μόλις το 1% της χώρας παρουσίασε αυξημένες τιμές, με περιοχές όπως η Καρδίτσα και η Νάουσα να εμφανίζονται «κόκκινες».

Ωστόσο, όπως εξηγεί ο καθηγητής, το κόκκινο «δεν σημαίνει επικίνδυνος, σημαίνει περισσότερο». Στη σύγκριση με τη φυσική ακτινοβολία, η πρόσθετη δόση από το Τσερνόμπιλ αποδεικνύεται αμελητέα.

Σήμερα, η τεχνολογία των αντιδραστήρων έχει εξελιχθεί σημαντικά και, όπως τονίζεται, ένα νέο Τσερνόμπιλ θεωρείται εξαιρετικά απίθανο.

Ο πραγματικός κίνδυνος, όπως επισημαίνεται, δεν βρίσκεται στη ραδιενέργεια του 1986, αλλά στα χημικά και τα παρασιτοκτόνα που συνεχίζουν να επιβαρύνουν την ελληνική αγροτική παραγωγή.

ΠΗΓΗ